Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Οι γενναίες Μυροφόρες και οι δύο "κρυφοί" μαθητές.


Μητροπολίτου Αντώνιου Σουρόζ (Anthony Bloom)
( Σημείωση: ο τίτλος είναι δικός μας)
Αὐτοί πού ἑορτάζουν σήμερα ἦσαν φίλοι καί ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σπάνια τούς φέρνουμε στόν νοῦ μας, ἐπειδή πολύ λίγο ἀναφέρονται στίς Γραφές. Καθένας τους ὅμως θά μποροῦσε νά γίνει ἕνα μάθημα γιά μᾶς.
῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾿Αριμαθαίας ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος πού ἄκουγε τόν Χριστό μέ ἀνοιχτό μυαλό, δέν δεσμεύτηκε ὅμως ποτέ. Δέν δεσμεύθηκε οὔτε ὁ Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας μορφωμένος καί μέλος τοῦ Συνεδρίου. Παρακολουθοῦσε τόν Χριστό, Τοῦ ἔθετε ἐρωτήματα, ἤθελε νά καταλάβει, ἤθελε νά βεβαιωθεῖ. Κανείς ὅμως ἀπό τούς δύο δέν δεσμεύθηκε ὅτι θά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπ’ τούς δύο δέν θεώρησε τόν ἑαυτό του μαθητή Του.
῾Ωστόσο ὅμως, τή στιγμή πού ὁ Χριστός στά μάτια ὅλων ἦταν ὁ ἡττημένος, τότε πού ἡ νίκη ἦταν μέ τό μέρος τῶν ἐχθρῶν Του, ὅταν ἦταν νεκρός καί ἐπρόκειτο νά ταφεῖ, τότε ἦρθε στήν ἐπιφάνεια ἡ ἀφοσίωση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων πού ἀπό τό στόμα Του εἶχαν ἀκούσει ρήματα Ζωῆς. ᾿Αποκαθήλωσαν λοιπόν τό σῶμα Του μαζί μέ τή Θεοτόκο γιά νά τό ἐνταφιάσουν. Μέ τόλμη προσῆλθαν στόν Πόντιο Πιλάτο καί ζήτησαν τήν ἄδεια νά πάρουν τό σῶμα ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν μέ τήν προσήκουσα τιμή. Στήν πορεία τῆς ζωῆς Του, Τόν ἄκουγαν μέ διστακτικό ἀλλά ἀνοιχτό μυαλό. Μέ τόν θάνατό Του, ἦρθε στό προσκήνιο ἡ πιστότητά τους. Καί βλέποντας τόν πόνο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωάννη, δέν τούς ἔμεινε καμιά ἀμφιβολία· Πρέπει νά πάρουν θέση· πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθοῦν νά πεταχτεῖ περιφρονημένος Αὐτός πού στάθηκε δάσκαλος, ὁδηγός καί φίλος τους;
῎Εχουμε καί τήν ἄλλη ὁμάδα, αὐτή τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό καί φρόντιζαν γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές Του καί τῶν μαθητῶν Του. ῞Οταν ὁ Χριστός σταυρώθηκε, ὅλοι οἱ ἀπόστολοι σκορπίστηκαν, ἐκτός ἀπό τόν ᾿Ιωάννη καί ἀπό αὐτές τίς γυναῖκες. ῾Η ἀφοσίωση πού τίς κρατοῦσε κοντά Του δέν εἶχε νά κάνει μέ τή διανοητική βεβαιότητά τους γι’ Αὐτόν· μᾶλλον ἔκλεινε μέσα της κάτι ἀπό τά λόγια τῶν μαθητῶν πού πορεύονταν πρός ᾿Εμμαούς· «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ;» (Λουκ. 24, 32).
Σ’ ὅλη τήν πορεία, ἀπό τή Γαλιλαία ἕως τήν ῾Ιερουσαλήμ, ἀπό τό εἰρηνικό τοπίο μέχρι τόν τόπο τῆς τραγωδίας, ὅλο αὐτό τό διάστημα Τόν ἄκουγαν καί οἱ καρδιές τους ζωντάνευαν -ὄχι ἀπό προσωπική ἀγάπη πρός Αὐτόν ἀλλά ἀπό μιά βαθιά αἴσθηση αἰώνιας ζωῆς. Εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού ἀντανακλοῦσαν καί τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἐνωρίτερα· ὅταν Τόν ἐγκατέλειψαν ὅλοι ὅσοι Τόν ἀκολουθοῦσαν, ὁ ᾿Ιησοῦς ρώτησε τούς μαθητές, «Μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;». Τότε ὁ Πέτρος ἀπάντησε· «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (᾿Ιωάν. 6, 67-68). Καί δέν ἦταν αὐτά τά λόγια, λόγια πού προέκυπταν ἀπό συλλογισμούς ἤ ἀποδείξεις. ῞Οταν ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε, ξυπνοῦσε μέσα τους ἡ αἰώνια ζωή, ἄνοιγε γι’ αὐτούς ἡ πύλη τῆς αἰωνιότητας. Καί ἤξεραν ὅτι ἦταν λόγια ἀληθινά ἐπειδή ὑπῆρχε μέσα τους νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ αὐτές τίς γυναῖκες.
Σήμερα λοιπόν τιμοῦμε τούς ἀνθρώπους πού ἀποδείχθηκαν πιστοί, ἐκείνους πού ἐνῶ ἦσαν ἀδύναμοι δέν τό ἔβαλαν στά πόδια καί ἐκείνους πού μπροστά στήν ἥττα καί τήν τραγωδία ἀναδείχθηκαν πιστοί μαθητές. ῎Ας τούς θυμόμαστε, ὄχι μόνο ὅταν βλέπουμε πόσο δοξάστηκαν, ὅπως σήμερα στή Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί γιά νά ρωτοῦμε τόν ἑαυτό μας· Μοιάζουμε, σέ κάποιο βαθμό, μέ ὁποιονδήποτε ἀπό αὐτούς; ῞Οταν ὁ Χριστός μοιάζει ἡττημένος, ἔχω τή δύναμη νά κάνω ἕνα βῆμα μπροστά καί νά πῶ «εἶμαι κι ἐγώ μαθητής Του», τή στιγμή πού σέ ἀνέφελους καιρούς ἤμουν συγκρατημένος, ἀβέβαιος, διστακτικός καί ἔθετα στόν ἑαυτό μου, ἤ μᾶλλον ἔθετα στόν Κύριο, ἕνα σωρό ἐρωτήματα;
Κι ἀκόμα, ἄς τό σκεφθοῦμε· Εἶναι εὔκολο νά εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅταν εἴμαστε στήν κορυφή τοῦ ἀφρισμένου κύματος, στήν ἀσφάλεια τῶν χωρῶν πού δέν ὑπάρχει διωγμός, οὔτε κίνδυνος ἀπόρριψης, οὔτε ἡ προδοσία μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό μαρτύριο, οὔτε κἄν τό ἐνδεχόμενο νά πέσουμε θύματα γελοιοποίησης ἤ κοροϊδίας. ῎Ας σκεφθοῦμε τούς ἑαυτούς μας ὄχι σέ σχέση μέ τόν Χριστό μόνο ἀλλά καί σέ σχέση μέ τούς ἀδελφούς μας, ἐπειδή ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὅ,τι κάνουμε στόν ἐλάχιστο, τόν πιό ἀσήμαντο ἀπό αὐτούς, τό ἔχουμε κάνει στόν ῎Ιδιον. ῎Ας ἀναρωτηθοῦμε πῶς συμπεριφερόμαστε ὅταν κάποιος παραμερίζεται, λοιδωρεῖται, ἀποδιώχνεται ἤ καταδικάζεται ἀπό τήν κοινή γνώμη ἤ ἀπό τή γνώμη ὅσων μετροῦν γιά μᾶς· βρίσκουμε τή στιγμή ἐκείνη τό θάρρος νά ποῦμε, «ἦταν καί παραμένει φίλος μου, εἴτε τόν ἀποδέχεστε εἴτε ὄχι»;  Δέν ὑπάρχει πιό ἀξιόπιστο μέτρο πιστότητας ἀπό ἐκείνη τήν πιστότητα πού ἐκδηλώνεται τή στιγμή τῆς ἥττας.
῎Ας τό σκεφθοῦμε αὐτό, γιατί ὅλοι ὑφιστάμεθα τήν ἥττα, καί μέ τόσους πολλούς τρόπους! ῞Ολοι ἀγωνιζόμαστε, μέ ὅση δύναμη ἔχουμε -λίγη ἤ πολλή- γιά νά εἴμαστε αὐτό πού πρέπει, καί παρόλα αὐτά ὑπολειπόμαστε ὅλη τήν ὥρα. Δέν θά ’πρεπε ἄραγε νά βλέπουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὄχι μόνο μέ συμπάθεια, ἀλλά καί μέ τήν πιστότητα τοῦ φίλου πού εἶναι διατεθειμένος νά σταθεῖ κοντά σ’ ἐκεῖνον πού πέφτει, πού ἐκπίπτει τῆς χάριτος, πού ἀποτυγχάνει νά φθάσει στό δικό του ἰδανικό, πού διαψεύδει τίς ἐλπίδες καί τίς προσδοκίες πού εἴχαμε ἐναποθέσει ἐπάνω του; Στίς ὧρες αὐτές, ἄς στεκόμαστε δίπλα του, ἄς εἴμαστε πιστοί καί ἄς ἀποδεικνύουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μας δέν ἐξαρτᾶτο ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς νίκης ἀλλά ἦταν ἕνα δῶρο ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, δῶρο «δωρεάν», δῶρο χαρούμενο καί ὑπέροχο.
Εἶναι κανείς ἀπό μᾶς ᾿Ιωσήφ ἀπό ᾿Αριμαθαίας, εἶναι κανείς ἀπό μᾶς Νικόδημος, καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζουμε στίς Μυροφόρες, τίς ὁποῖες οὔτε οἱ ἀνάγκες, οὔτε ἡ ἥττα, οὔτε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ μπόρεσε νά τίς χωρίσει ἀπό Αὐτόν; Κανείς μας δέν μοιάζει ἀπόλυτα μέ ὅλους αὐτούς. ῎Ας διδαχτοῦμε ὅμως ἀπό αὐτούς καί ἄς προσπαθήσουμε νά αὐξηθοῦμε σέ πιστότητα, μιμούμενοι ἐκείνους· ἐκείνους πού Τόν διακόνησαν, ἐκείνους πού στάθηκαν δίπλα Του τήν ὥρα τῆς ἥττας.
Στό φῶς τῆς Κρίσης τοῦ Θεοῦ ᾿Εκδόσεις  “ἐν πλῷ”

Κυριακή 3 Μαίου: Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (πρωτότυπο κείμενο και νεοελληνική απόδοση)

(πατήστε στο κείμενο για να το δείτε μεγαλύτερο)  
Επιμέλεια
Ελευθερίου Ν. Χρυσοχόου
Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου


Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

"Το κρεμμυδάκι"




Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, 
"Αδελφοί Καραμάζοβ"


Μία φορά κι να καιρό, ζοσε μία κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι οτε να καλό δέν εχε κάνει στή ζωή της. Τήν ρπαξαν τό λοιπόν ο διαβόλοι καί τήν πετάξανε στη φλογισμένη λίμνη. Τότε  φύλακας-γγελός της κάθισε καί σκέφτηκε:
«Πρέπει να θυμηθ καμιά καλοσύνη της γιά νά πάω να τήν π στό Θεό». 
Θυμήθηκε, καί μία καί δύο πάει καί λέει στο Θεό:
«Ατή, του λέει, βγαλε να κρεμμυδάκι φρέσκο π’ τό περιβόλι καί τό ‘δωσε σέ μία ζητιάνα».
Κι  Θεός παντάει:
«Πάρε λοιπόν τό διο εκείνο κρεμμυδάκι, και πήγαινε πάνω π’ τή λίμνη. Βάστα τό κρεμμυδάκι π’ τή μία κρη κι ς πιαστε ατή π’ την άλλη. Τότε τράβα την. ν τά καταφέρεις να τήν τραβήξεις π’ τη λίμνη, τότε ς πάει στόν Παράδεισο. μως ν σπάσει τό κρεμμυδάκι, θά πεπώς καλά εναι κε που εναι».
τρεξε  γγελος στή γυναίκα καί τς λέει: 
«Πιάσου γερά π’ τό κρεμμυδάκι καί γ θα σε τραβήξω». 
Κι ρχισε νά την τραβάει προσεχτικά. Την εχε βγάλει ολάκερη σχεδόν π’ τή λίμνη, μά μόλις εδαν ο λλοι μαρτωλοί πως τήν τραβνε ξω, γαντζώθηκαν λοι πάνω της γιά νά βγουν κι ατοί μαζί της. Μά  γυναίκα ταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι άρχισε νά τούς κλωτσάει:
«μένα θέλουν νά βγάλουν κι χι σς. Δικό μου εναι τό κρεμμυδάκι κι χι δικό σας».
Μόλις τό ‘πε ατό, τό κρεμμυδάκι σπασε. Κι ατή ξαναπέσε στή λίμνη καί καίγεται εκεί πέρα ως τά σήμερα. 
 γγελος βαλε τά κλάματα κι φυγε.