Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Εις μνήμη Μητροπολίτου Ιωαννίνων κυρού Θεοκλήτου

Ομιλία εν τω Πανσέπτω Πατριαρχικώ Ναώ
του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου
επί τη Θρονική Εορτή
30 Νοεμβρίου 2007



του (+) Μητροπολίτου Ιωαννίνων 
κυρού Θεοκλήτου

          «Άρτι δε... ο αρχηγός της ζωής... ο Χριστός... τη ράβδω της εαυτού δυνάμεως, ήτις εστί ο σταυρός, την άνικμόν μου πλήξει διάνοιαν... δια της εαυτού χάριτος προσκορεί τας ακοάς υμών απεργάσεται ύδατα εκκρουνίσας ευλογίας....  Αρξώμεθα δ' ουν εντεύθεν...»(1).

Παναγιώτατε και Θειότατε Πάτερ και Δέσποτα,

          «...Σήμερον γαρ της φωνής αυτού εάν ακούσητε, καρδίας μη σκληρυνθήτε, ως ποτέ ο Ισραήλ παρεπίκρανεν. Επάγει ουν τω εξής ψαλμώ τω Κυρίω η σύμπασα γη άσατε· Ευρήκαμεν δεύτε τον ποθούμενον»(2).

          Αύτη η φωνή του «μυστολέκτου της Θείας οικονομίας Χριστού» Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, «ευρήκαμεν τον ποθούμενον», προς τον όμαιμόν του Άγιον Απόστολον Πέτρον, ιδού ο ανά τους αιώνας λόγος της Εκκλησίας. Λόγος προσκαλών εις το μυστήριον της Εκκλησίας, λόγος καταφάσκων το νόημα της ευχαριστίας Της και φανερώνων την αποκεκαλυμένην Αλήθειαν Αυτής, ήτις καθοδηγεί την παρρησίαν του κηρύγματος δια τον «Λόγον τον προάναρχον» και «οδοποιεί» τους ποθούντας «Χριστώ συγγενέσθαι», «θείοις ρεύμασιν», εις «ποταμούς Θεογνωσίας»(3).

          Κατά την ευχαριστηριακήν σύναξιν, το μυστήριον τούτο της ενότητος κτιστού και ακτίστου, εις τον λειτουργούμενον χρόνον της παρουσίας, με ανεωγμένους τους ουρανούς, συλλειτουργούντες τοις αγίοις αγγέλοις, συμμετέχομεν του Βασιλείου της Αγίας Τριάδος, υπό τον θρόνον του Άμνού, των Αγίων Αποστόλων προεξαρχόντων και δη του Πρωτοκλήτου, και προσευχόμεθα υπέρ μιας κοσμικής αποκαταστάσεως, μιας κοσμικής Πεντηκοστής, υπέρ της υπό πάντων μεταλήψεως    του    πληρώματος,   τουτέστιν    της    πληρότητος   της Θεοποιημένης ανθρωπότητος και του μεταμεμορφωμένου σύμπαντος, κοινωνούντες και μεταδίδοντες τον Όλον τοις πάσιν.

          Εντός αυτού του ευχαριστηριακού χρόνου της φανερώσεως των μυστηρίων του Θεού, «σημαίνεται η Εκκλησία των υιών του Βαπτίσματος», δοξολογούσα τον εν Τριάδι Άγιον Θεόν δι' όσα την Εκκλησίαν κατεκόσμησε ο «θεόληπτος ανήρ», ο «μυστοπόλος αυτόπτης και ρήτωρ, της απορρήτου γνώσεως Χριστού», ο «εθνών πνευματικός», ο «πρώτος Χριστώ καλούντι», το «άλας το τίμιον», των «μαθητών ο πρώτιστος»(4).

          Της παρούσης πανηγύρεως του Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, «... ο μέγας ούτος Ανδρέας τας προφάσεις δέδωκεν...», «... ο πρώτος διδάσκαλον τον Δεσπότην επιγραψάμενος...», «... η πρώτη των αποστόλων φυτεία· ούτος ηνέωξε της Χριστού μαθητείας τας πύλας...», «πρώτος των παρά πάντων προσδοκώμενον περιπτύσσεται...»(5), κατά τον Μέγαν της Αλεξανδρείας πατέρα και διδάσκαλον. «... Θαύμα ξένον και φοβερόν! η πηλώδης γλώσσα, η πήλινη φύσις, το σώμα το χοϊκόν, ο "δεξάμενος άνωθεν Πνεύμα Άγιον." την νοεράν και άυλον υπεδέξατο γνώσιν»(6)


          Το μέγιστον σημείον αναφοράς της αποδιδομένης τιμής τω Πρωτοκλήτω, τω ιδρυτή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, σημείον εκ του οποίου αναβλύζει η ευφροσύνη σήμερον, επικεντρούται εις το γεγονός ότι από της πολιάς αρχής ο Θρόνος Σου, Παναγιώτατε, κατέστη Θρόνος δια του οποίου «... ο πάντας ελκύσας σταυρώ τους θεομύστας, εκληροδότησεν υμίν, τοις θεολόγοις αυτού»(7), δια των Καππαδοκών Πατέρων, καθέδραν της περί του προσώπου του Χριστού ορθοδόξου θεολογίας των πρώτων αιώνων. «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», «... ον προφητικαί βοώσαι σάλπιγγες αναμένειν εκέλευον». Ο Ανδρέας «παραιτείται τον νόμον τω νόμω πειθόμενος. Ήκουσε Μωσέως λαλούντος "Αυτού ακούετε". Ήκουσεν Ιωάννου βοώντος "Ίδε ο Αμνός του Θεού" και γέγονεν προς την δείξιν αυτόμολος»(8). Και ο Θρόνος Σου και ην και έστι και έσται εις τους αιώνας αυτόμολος προς την δείξιν του αναμενόμενου, εν τε τω νυν παρόντος και εν ταυτώ ερχομένου.

          Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία δικαίως αγάλλεται ότι η του Πρωτοκλήτου φωνήευρήκαμεν τον Μεσσίαν κατέπηξε κατά τας απαρχάς Αυτής μυστικόν θυσιαστήριον, επί του οποίου η ευδοκία του Πατρός κατέδειξε το πρόσωπον του σεσαρκωμένου Υιού, τη επιφανεία του Παναγίου Πνεύματος, δια της διδασκαλίας των Οικουμενικών Συνόδων.

          Εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, την νέαν Σιών, οι πατέρες, εν αγίαις και οικουμενικαίς Συνόδοις, εκήρυξαν την ομολογίαν της πίστεως, ελειτούργησαν το θαύμα της ενώσεως κτιστού και ακτίστου εις την βυζαντινήν λειτουργικήν θεολογίαν, απεκάλυψαν το μέγεθος της θείας Οικονομίας, εδογμάτισαν την ελευθερίαν των προσώπων ως βάσιν της Τριαδολογίας, έφυγον τον πειρασμόν της κεχωρισμένης θεωρήσεως Τριαδολογίας, Χριστολογίας, Πνευματολογίας, καθώρισαν με σαφήνειαν τον Χαλκηδόνιον χωροχρόνον της σωτηριολογίας, ήραν τας μεταβλητάς των αιρέσεων ως παραθεωρήσεις και παραχαράξεις της σωτηρίας οδού και, κατ' ακρίβειαν εκκλησιολογούντες, κατέδειξαν λειτουργικόν το μυστήριον της καταργήσεως του θανάτου, εν τη κοινωνία της Αναστάσεως του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

          Ούτως, ο Θρόνος Σου εορτάζει τον τιμώμενον Πρωτόκλητον, ως Πρωτόθρονος εν τιμή των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Πως, όμως, ενώ πάντα ταύτα μεταγενεστέρως επισυνέβησαν, εν τούτοις ευρίσκονται εν συμφωνία μετά της προς τον Αιγεάτην ευχαριστηριακής μαρτυρίας του Πρωτοκλήτου «Εγώ τω παντοκράτορι Θεώ τω μόνω αληθινώ υπάρχοντι καθ' εκάστην ημέραν θυσίαν προσκομίζω, ούτινος το σώμα πας ο των πιστών λαός μεταλαμβάνων και το αίμα αυτού πίνων, ο ιερουργηθείς αμνός μετά τούτο ολόκληρος διαμένει και ζων. Αληθώς ουν ιερουργείται, και αληθώς το σώμα αυτού παρά του λαού βιβρώσκεται και το αίμα αυτού ομοίως πίνεται, όμως, καθώς έφην, ολόκληρος διαμένει και αμώμητος και ζων»(9);

          Ιδού λοιπόν πως η πίστις της Εκκλησίας, «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», «τον ποθούμενον», «ως κύμα γαληνόν πραέω πνεύματι κινούμενον...» εισοικίζει, «πόθω πόθον προσθείσα...»(10), τα μέλη Της εις την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος.

          Θα ήτο όμως ελλιπής ο λόγος σήμερον, εάν δεν ανεφέρετο εις την δήλωσιν του σημαίνοντος, της ευρέσεως δηλονότι, του Μεσσίου. Ιδού τίνι τρόπω ο Μέγας Αλεξανδρινός Πατήρ σημαίνει το σημαινόμενον: «... επιγνούς δε τον προφητευθέντα..., χειραγωγεί τον αδελφόν προς την εύρεσιν. Αγνοούντι τω Πέτρω τον θησαυρόν, δείκνυσιν "ευρήκαμεν τον Μεσσίαν" ον επιποθούμεν. Ου την παρουσίαν ηλπίσαμεν, τούτου την θεωρίαν αρπάσωμεν... και μερίζεται προς αυτόν της θεωρίας τον θησαυρόν. Χειραγωγεί προς τον Δεσπότην τον Πέτρον... Ούτω μαθητής Ανδρέας και καθηγητής ανθρώπων καθίσταται. Από του διδάσκειν, του μανθάνειν απήρξατο· αρπάζει της αποστολής την αξίαν... Τούτο πρώτον Ανδρέου κατόρθωμα. Ηύξησε των αποστόλων τον αριθμόν, προσήνεγκε Πέτρον, ίν' εύρη Χριστός τον των μαθητών κορυφαίον. Ώστε και εν οίς ύστερον ευδοκιμών ο Πέτρος ευρίσκεται, παρά Ανδρέου της ευδοκιμήσεως έχει τα σπέρματα. Αλλ' η των επαίνων ισόρροπος εξ εκατέρων προς αλλήλους αντίδοσις γίνεται...»(11). Το θαυμαστόν του Μεγάλου Πατρός εγκωμιαστικόν απόσπασμα επαναφέρει εις την σήμερον την ευλογίαν της χθες.

          Εν τούτοις η χαρά απομειούται, διότι η αδιαίρετος Εκκλησία των πρώτων δέκα αιώνων αφίσταται της κοινωνίας, κρίμασιν οις οίδεν Κύριος. Ομιλούμεν περί της αδιαιρέτου Εκκλησίας και ουχί περί των ιδρυτών αποστόλων. Λέγομεν α λέγομεν εν διασταλτική εννοία, σεβόμενοι και των αδελφών ημών την περί της Εκκλησίας αυτών θεώρησιν. Προς τιμήν και οικονομίαν ονομάζομεν την αδελφήν ως του Κορυφαίου, έχοντες δι' ελπίδος και πίστεως την βεβαιότητα ότι προς ον επιποθούμεν η χειραγώγησις γίνεται. Ως μαθηταί της καθηγεσίας του Πρωτοκλήτου ομιλούμεν, από του μανθάνειν την σπουδήν της ενότητος αρχόμεθα και αρπάζομεν της αποστολής την ευθύνην δια την κοινωνίαν εν αγίω Πνεύματι. Λαβόντες εν τη καρδία ημών τους του Πέτρου αδελφούς, προσάγομεν τω Δεσπότη τους μεριστάς της φύσεως της Εκκλησίας, τουτέστιν της παρ' Αυτού δοθείσης ενότητος, κοινωνούς της διδασκαλίας Ανδρέου συναπεργαζόμενοι.

          Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν αναφωνεί η Εκκλησία σήμερον, και, ως παραγγέλλει ο χρυσορρήμων της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας προκάτοχος Σου, Παναγιώτατε, «άκουσον δε και τούτου μετά της άρθρου προσθήκης λέγοντος. Ου γαρ είπε, Μεσσίαν, αλλά, τον Μεσσίαν· ούτως ένα τινά Χριστόν προσεδόκων, ουδέν κοινόν προς τους άλλους έχοντα. Θέα δε μοι και εξ αυτής της αρχής την ευπειθή και ευήνιον του Πέτρου διάνοιαν. Ευθέως γαρ επέδραμε μηδέν μελλήσας. Ήγαγε γαρ αυτόν, φησι, προς τον Ιησούν...»(12).

          Αυτόν τον ένα και μόνον Χριστόν, τον Μεσσίαν, Ον ευρήκαμεν και παρά των Αποστόλων εδιδάχθημεν, Αυτόν επαύσαμεν να ομολογώμεν εν Πνεύματι και δια Πνεύματος αγίου. Ο μερισμός της πίστεως θλίβει και λυπεί, διότι απουσιάζει η κηρυττομένη υπό του Αποστόλου «ενότης της επιγνώσεως του Υιού του Θεού»(13), ενότης, τουτέστιν, οντολογικής υφής και κοινωνίας μετά του Χριστού, εν τω προσώπω του Οποίου και μόνον δύναται αύτη να ύπαρξη αληθώς.

          Εδήλωσας, Παναγιώτατε, προ ολίγων ετών, την αυτήν με την σήμερον ημέραν, βασικήν τινα αρχήν επί της οποίας εδράζεται η σαφής ορθόδοξος θεώρησις του όλου προβλήματος. Είπας· «η συμφωνία αυτή προϋποθέτει οντολογικήν ένωσιν των συνηγμένων πιστών μετά του Χριστού, το να δύναται έκαστος αυτών να είπη: "ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός" (Γαλ. 2,20)»(14).

          Την σημαίνουσαν αξίαν των λόγων Σου ερμηνεύει εις των επιφανεστάτων επισκόπων του θρόνου Σου, λέγων: «... εις το πρόσωπον του Χριστού, δια της ενεργείας του αγίου Πνεύματος, υπερβαίνεται η φθορά, υπερβαίνεται ο θάνατος. Αφού συμβαίνουν ταύτα εις τον Χριστόν, το πρόσωπον του Χριστού καθίσταται πλέον εν σώμα επί του οποίου πάσα η ανθρωπότης γίνεται μέτοχος του Αγίου Πνεύματος. Ούτως, ο Χριστός παύει να είναι εν άτομον, γίνεται Καθολική ύπαρξις, ήτις λαμβάνει την μοίραν του πεπτωκότος κτιστού και ούτω λαμβάνει και την μοίραν του λελυτρωμένου κτιστού, του απηλευθερωμένου εκ των ορίων του κτιστού, διότι αύτη είναι η λύτρωσις εκ των ορίων του κτιστού. Αύτη η λύτρωσις, αύτη η απελευθέρωσις είναι έργον του αγίου Πνεύματος συντελούμενον πρώτον εις το πρόσωπον του Χριστού, και εν συνεχεία εις τους ανθρώπους, πάλιν ως δωρεά και ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Δια τούτο ο Χριστός, ως το Καθολικόν Ον εις το όποιον     υπερβαίνονται τα όρια του κτιστού, μεταδίδει ή πραγματοποιεί την υπέρβασιν των ορίων του κτιστού δι' όλην την ανθρωπότητα, ουχί ως άτομον Χριστός, αλλά δια του Αγίου Πνεύματος χορηγών το Άγιον Πνεύμα»(15).

          Τας αρχάς αυτάς τας οποίας η συνόλη, υπό την εν τιμή πρωτοκαθεδρίαν Σου, Ορθόδοξος Εκκλησία ασπάζεται και εν ασπασμώ αγίω, συνεχόμενη τω Θείω θελήματι, προσέρχεται εις τους διαλόγους μετά των εν Χριστώ αδελφών της Ρώμης, ως και των άλλων ομολογιών, τραυματίζουν ενίοτε εκ των έσω πείσμονες ψευδαδελφοί, συγκροτούντες ομάδας φανατικών υποστηρικτών των δήθεν «θεσμίων», δέσμιοι εν πολλοίς μιας θρησκευτικής απιστίας, ενός νεομανιχαϊστικού φονταμενταλισμού, μιας προβολικής μεταφυσικής ενοχής, ενός έργου εύκολου δια να ζουν δίκην σεκτών οι μεταπράται της «καθαράς θρησκείας». Το ίδιον φαινόμενον ταλαιπωρεί και την αδελφήν Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν.

          Εν τούτοις, η μη φωνασκούσα κοινοβλαβώς ανθρωπότης, αλλά αναμένουσα θεοφρόνως, ως και οι άνθρωποι καλής θελήσεως οι ενδιαφερόμενοι δια την προαγωγήν της ενότητος, της ομονοίας και της καταλλαγής, όπου δει, επικροτεί, προσδοκά και προσεύχεται, όπως η διάφανος πραγματικότης της Εκκλησίας στήση τον κόσμον εις την θέαν του κάλλους του Θεού.

          Τα μετανεωτερικά επιτεύγματα του ανθρώπου εις όλους τους τομείς και τας εκφάνσεις της ζωής του αρχίζουν να αποκτούν χροιάν «τεχνογνωστικής εσχατολογίας» και επ' αυτού αι Χριστιανικαί Εκκλησίαι οφείλουν να λειτουργούν βάσει του προφητικού - εσχατολογικού χαρίσματος, διότι η ευθύνη ημών έναντι των ραγδαίων, ασαφών και πολυσυνθέτων προβλημάτων και εξελίξεων εγγράφει εις βάρος ημών πίστωσιν έναντι του Πατρός, του σεσαρκωμένου Υιού και του επιδημούντος Αγίου Πνεύματος.

          Ουδόλως αγνοεί ο θρόνος Σου ότι ο Χριστός «ήλθεν αρμοσόμενος την Έκκλησίαν»(16) · στήκει ουν και κράττει της θελήσεως του Κυρίου Σου.

          Κατά τον δοθέντα μοι, δι' ευλογίας, λόγον σήμερον, επιθυμούμεν, αδραίς γραμμαίς, να σημειώσωμεν την αγαθήν  των ακολουθησάντων τον Ιησούν πρώην μαθητών Ιωάννου του Βαπτιστού, εν οις και ο Ανδρέας, θαυμάζοντες την προ των μακαρισμών μακαριότητα των. Λέγει ο χρυσορρήμων Ιερός Πατήρ: «... Ουδέν γαρ ουδέπω μαθόντες παρ' αυτού, ουδέ ακούσαντες, διδάσκαλον αυτόν καλούσιν, εις τους μαθητάς εισωθούντες εαυτούς, και την αιτίαν δεικνύντες, δι' ην ηκολούθουν, ως τι των χρησίμων ακουσόμενοι. Θέα δε μοι και την σύνεσιν. Ουκ είπον· Δίδαξον ημάς περί δογμάτων ή τίνος ετέρου των αναγκαίων· αλλά τι; "Που μένεις;" ... Δια τούτο ο Χριστός ου λέγει τα σημεία της οικίας, ουδέ τον τόπον, αλλ' επισπάται πλέον αυτούς προς την ακολούθησιν, δεικνύς ότι αυτούς απεδέξατο...»(17).

          Ο Ιερός Πατήρ ερμηνεύει στοχαστικώς και διευκρινίζει τον ιερόν ζήλον και την χαράν του Αγίου Ανδρέου και του άλλου μαθητού, εις το ερώτημα των προς τον Ιησούν σχετικώς με τον τόπον της διαμονής Του. Ημείς όμως ερωτώμεν Σε, τον Πατριάρχην: Που μένεις; Όστις σπεύσει εις απόκρισιν ίσως διαμαρτήση της αληθείας. Οι ενταύθα κατέναντί Σου ερωτούν «διατί μένεις;». Και, ω της παραλόγου συμφωνίας, συναντώνται μετά των εκτός «των ορίων Τύρου και Σιδώνος» εις το αυτόν ερώτημα. Με διαφόρους τρόπους η κακία, δι' όσους αδίκως αισθάνονται ότι κινδυνεύουν υπό Σου, καταφάσκει τους κατεναντίους.

          Ασχάλλουν διότι παραμένεις εδώ εις την υπό την φυλακτήριον σκέπην και το απροσμάχητον κράτος της Υπερμάχου Στρατηγού παναρχαίαν έδραν Σου· ενοχλούνται τόσον δια την πίστιν όσον και δια τον τόπον. Προσβλέπουν εις την φυγήν, επιθυμούν την έξοδόν Σου δι' όσα εκράτησας ερμητικώς κεκλεισμένα, και, ει δυνατόν, «δια της μαρτυρικής τοιαύτης θύρας» να μεταφέρης την καθέδραν Σου. Ονειρεύονται, όταν απογοητεύωνται, να υποκύψης εις τας επινοήσεις του νεοϊστορισμού, να συνδιαλλαγής, να απολέσης την αλήθειαν της Παραδόσεως της Εκκλησίας, να αποδεχθής νέας ερμηνείας, να προσχώρησης εις τον παραλογισμόν της δυνάμεως του κόσμου τούτου, η οποία κακοφρόνως εδράζεται εις τον αριθμητικόν όγκον, προδίδων ούτω και απορρίπτων την δύναμιν του λήμματος και αφιστάμενος του μεγέθους της Πεντηκοστής.

          Αδελφοί και τέκνα ομογάλακτα εν τη πίστει των Ορθοδόξων, εν αντιθέσει προς την ετερότητα της Εκκλησίας της Δύσεως, ήτις αδυνατεί να ερμηνεύση και να αποδεχθή το ά-λογον της θεωρήσεως ταύτης - τιμή ήπερ της αναλογεί και της αναγνωρίζεται - επιχειρούν ματαίως να συγγράψουν νέαν ιστορίαν ερήμην των πηγών, αποβλέποντες εις ίδιον όφελος. Διαπιστούται εδώ η απόκλισις εκ του Δόγματος της Τριαδολογίας· δίδουν επίφασιν δυνάμεως εις την εκτός προσώπων ουσίαν, άγουν την ουσίαν της δυνάμεως ως κέντρον της Εκκλησίας, ερειδόμενοι εις την δύναμιν την προερχομένην εκ του κόσμου τούτου. Αγνοούν ότι η αμφισβήτησις της Οικουμενικότητος του Θρόνου Σου θρυμματίζει το Θυσιαστήριον πάσης τοπικής Εκκλησίας, η οποία υφίσταται δια της κενώσεως της Οικουμενικής του Θρόνου Σου διακονίας.

          Η απώλεια της διορατικότητος, χαρίσματος του Αγίου Πνεύματος, τους καθιστά ευάλωτους εις την επιδιωκομένην, αλλά και αλυσιτελή μένουσαν παρ' αυτοίς δυναμικήν της αριθμήσεως. Η Εκκλησία όμως φανεροί εις τον κόσμον το «καινόν», τουτέστιν το νέον, δια του οποίου κοσμεί την Οικουμενικότητα της Επισκοπής Σου. Απότοκοι του «καινού» είναι όλαι αι νέαι Εκκλησίαι, τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, αι Αυτοκέφαλοι, Αυτόνομοι και Ημιαυτόνομοι Έκκλησίαι.

          Το θυσιαστήριον της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως είναι «πρεσβυγενές θυσιαστήριον», αλλά και το μόνον εκ των πρεσβυγενών το οποίον άμα τη κλάσει του Άρτου έδωκεν τον μελιζόμενον και μηδέποτε διαιρούμενον, Θεού ευδοκία και οικεία βουλήσει προς πήξιν θυσιαστηρίων και εν άλλοις τόποις και εις πάντα τα έθνη, πιστόν εις τον Ευαγγελισμόν του Κυρίου Ιησού, ώστε μένειν Αυτόν μηδέποτε δαπανώμενον εν τη αλήθεια ταύτη.

          Ουδεμία άλλη πρεσβυγενής Εκκλησία απήλαυσεν τοιαύτης «ευτεκνίας», ως η πρεσβυγενής Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, εις την οποίαν όμως δεν αντεπεδόθη και «η ακατάγνωστος διαγωγή». Όστις είναι μετά της Εκκλησίας Σου ηνωμένος, ουδέν απειλείται, διότι Συ έδωκας α κατέχει. Αντιθέτως, ο κίνδυνος επικρέμαται, καθ' όσον ότε του γεννήτορος η φωνή ου βοά, τότε και το της υιοθεσίας χάρισμα παύει.

          Μένεις λοιπόν εις το θυσιαστήριον της Κωνσταντινουπόλεως εν τω οποίω λειτουργείς το μυστήριον της ενότητος πασών των Αγίων του Θεού Εκκλησιών, διαμερίζων εν τη Οικουμένη κατά τόπους Εκκλησίας, συνδράμων Αυτάς έκπαλαι, δια της εξ ύψους δυνάμεως, και έως τας προσφάτως δεινώς δοκιμασθείσας και δοκιμαζομένας τοιαύτας, παρ' ό,τι η δοκιμασία «μένει εν Σοι» επί χρόνους τεσσάρους και πεντήκοντα και πεντακόσιους, καθ' ον χρόνον ήρχισεν η Βαβυλώνιος δοκιμασία Σου, η οποία όμως κατέστησεν τον Θρόνον Σου μαρτυρικόν και εν ταυτώ Αναστάσιμον τη Οικουμένη, κατάστικτον τοις μώλωψιν και πανσθενουργόν. Μένει ο Θρόνος Σου πιστός εις την Εκκλησίαν των Εθνών, Αυτήν διακονεί εις την Οικουμένην και τούτο αντιμάχεται εν τω προσώπω Σου η αίρεσις του νεοεθνοφυλετισμού.

          Μένεις εδώ εις την Πόλιν των Πόλεων εστερημένος ενίοτε του οφειλετικού σεβασμού και της στηρίξεως της θυγατρικής αγάπης, παραδεδομένος όμως απολύτως εις το θέλημα του Θεού, πιστός εις την Αποστολικήν ευεργεσίαν και χάριν. Ούτω πως Σε προσλαμβάνομεν και δια τούτο αναφωνούμεν μετά του Αγίου πατρός της Εκκλησίας και προκατόχου Σου, όστις προφητικώς ανεφώνησεν: «τις ίδε ποτέ νεκρούς αλιεύοντας, και ζώντας αλιευομένους;»(18).

          Η εορτάζουσα σήμερον την Θρονικήν Αυτής Εορτήν εν τιμή, ευθύνη και διακονία Πρωτόθρονος της Εκκλησίας των Ορθοδόξων, πιστή εις την Αποστολικήν κλήσιν του Πρωτοκλήτου ιδρυτού Της, υπηρετεί εις τον νυν αιώνα τον Θεόν Λόγον. Αύτη η Εκκλησία δια των Οικουμενικών Συνόδων «εψηλάφησε σαρκωθέντα τον ασχημάτιστον», δια της Θεολογίας των Ιερών Πατέρων Της «ηκολούθησε βαδίζοντα τον πανταχού όντα», μετά των ησυχαστών Της «ήκουσε της φωνής του ποιήσαντος λόγω τα πάντα», μετά των Ιεραποστόλων Της «εσαγήνευσε δια γλώττης τον κόσμον και περιήλθεν δια του κηρύγματος πάντα τα πέρατα». Δια της ανά τον κόσμον διακονίας Της «συνήγαγε την Εκκλησίαν ως ποίμνιον και εσώρευσε τους Ορθοδόξους ως σίτον», δια των μαρτύρων και ομολογητών Της «απεσκυβάλισε τας αιρέσεις ως άχυρα»(19).

          Ενταύθα ουν μένεις εις όλα, όσα παρέλαβες, δια της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις «ηροτρίασεν τω σταυρώ την φύσιν»(20) και εφανέρωσεν τον Θεόν εις την   ιστορίαν. Συ δε πορεύεσαι, απ' αρχής, με την Χάριν του Παρακλήτου εις χρόνους αποδεσμευμένους από την φθοράν και τον θάνατον, εκείθεν των περί του κόσμου τούτου θεωρήσεων.

          Ζει ο Θρόνος Σου εις τους χρόνους καθ' ους το Πνεύμα το Άγιον εισήγαγεν τα έσχατα εις την ιστορίαν, καθ' ότι οι καιροί Σου είναι εσχατολογικοί. Δι' αυτό και δεν νοούν μήτε καταλαμβάνουν το εν τη Βασιλίδι μυστήριον της ζωής του Θρόνου Σου, οι θρησκευόμενοι απίστως και οι πιστώς αντιθεΐζοντες. Ερευνούν, αναλύουν, υπολογίζουν και αναμένουν θεοδικούντες. Όμως ο Θεός, Κύριος ων της ιστορίας, άλλα θέλει και εκείνα μέλλει να αποκαλύψη δια την Εκκλησίαν Σου. Εσύ μένεις πιστός εις τον Κύριον και Θεόν Σου «... ίνα τη κοινωνία του πάθους δείξης του πόθου το μέγεθος...»(21).

          Οι στίχοι του Συναξαρίου της εορτής του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Αγίου Ανδρέου ανέφερον σήμερον:
«Αντίστροφον σταύρωσιν Ανδρέας φέρει,
Φανείς αληθώς ου σκιώδης αντίπους».
          Η αντίστροφος σταύρωσις του πάτρωνος του Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, εγένετο εις καιρούς και χρόνους αντιστροφής του ρου της ιστορίας δια της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ζώμεν πλέον εις αυτούς τους καιρούς της αντιστροφής, κατά τους οποίους φαίνει αληθώς η δύναμις της πίστεως της Εκκλησίας, την οποίαν ζεις και ομολογείς. Ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν εις την αντίστροφον φοράν της ιστορίας, ουχί προς την φθοράν και τον θάνατον, αλλά εις την είσοδον των εσχάτων εις αυτήν. Ταύτην την μαρτυρίαν καταθέτεις και αυτής της μαρτυρίας εσμέν προσκυνηταί και δια ταύτην στερρώς μένομεν εν Σοι.

          Ζήθι, Παναγιώτατε και Θειότατε Πάτερ και Δέσποτα, έτη πολλά εν τω νυν αιώνι και αντίστρεψον ταύτα εις το αεί της όντως ζωής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, μαρτυρών τω λαώ Αυτού ότι εύρες τον ποθούμενον και αναμενόμενον, Ον και προσδοκώμεν εις Ανάστασιν ζωής. Αμήν.

Υποσημειώσεις:
(1) Γερμανού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Τη τρίτη Κυριακή των Νηστειών και εις τον Τίμιον Στανρόν, PG 140, col.1648.
(2) Οίκος της Ακολουθίας του Αγίου Ανδρέου, Μηναίον του Νοεμβρίου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εν Αθήναις 1981, 218.
(3) Ακολουθία του Αγίου Ανδρέου, Μηναίον του Νοεμβρίου, ένθ' ανωτ., 210 - 225
(4) Αυτόθι.
(5) Αθανασίου του Μεγάλου, Εγκώμιον εις τον Άγιον Ανδρέαν τον Απόστολον, PG 28, col.1101 κ.ε
(6) Ακολουθία του Αγίου Ανδρέου, ένθ' ανωτ.
(7) Αυτόθι.
(8) Μεγ. Αθανασίου, ένθ' ανωτ.
(9) Πρεσβυτέρων και Διακόνων Αχαΐας, Πράξεις και Μαρτύριον του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, PG 2, col.1228.
(10) Ακολουθία του Αγίου Ανδρέου, ένθ' ανωτ.
(11) Αθανασίου του Μεγάλου, ένθ' ανωτ.
(12) Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομίλια ΙΘ΄ Εις Ιωάννην , PG 59, col.121.
(13) Επιστολή προς Εφεσίους, 4,13.
(14) Βαρθολομαίου Οικουμενικού Πατριάρχου, Χαιρετισμός επί τη Θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Κωνσταντινούπολις 30 Νοεμβρίου 2004.
(15) Ζηζιούλα, Ι, νυν μητροπολίτου Περγάμου, Μαθήματα Δογματικής Θεολογίας, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Α.Π.Θ., Θεσ/νίκη 1985 - 1986.
(16) Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΗ΄ Εις Ιωάννην, PG 59, col.115.
(17) Αυτόθι, col.118.
(18) Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος 19 Εγκώμιον εις τον Άγιον Ανδρέαν τον Απόστολον, PG 65, col.824.
(19) Αυτόθι, col.825.
(20) Αυτόθι.
(21) Αθανασίου του Μεγάλου, ένθ' ανωτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου