Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

+Μελετίου Καλαμαρά: Στη θεραπεία των Δέκα λεπρών


+ Μελέτιος Καλαμαρς
(Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)


ταν δέν βλέπομε τά δρα το Θεο

μεγάλος Ρσσος συγγραφέας, ρθόδοξος χριστιανός, πό τούς σοφότερους νθρώπους στόν κόσμο, Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι, λέγει:
« ζωή, δ στή γ εναι Παράδεισος. Μόνο πού ο νθρωποι δέν τό ξέρουν δέν θέλουν νά τό καταλάβουν».
Τί θέλει νά πε;
χομε τόσα καλά. Πολλά καλά. καθένας πολλά. λα δρα καί εεργεσίες το Θεο. Τά χομε, μά δέν τά βλέπομε. Δέν ψάχνομε νά τά δομε. Νά τά φέρομε στό νο μας. Νά τά συνειδητοποιήσομε.
Καί συμβαίνει νά μήν χω κάτι καί στέρηση του, μο δηλητηριάζει λόκληρο τό νο καί τήν καρδιά. Καί θεωρ τόν αυτό μου χωρίς ατό «τό κάτι», πού μπορε νά εναι να τόσο δά πραγματάκι, δυστυχισμένο. ποτέλεσμα; Καταντ λο γκρίνια, παραξενιά καί διοτροπία στήν πικοινωνία μου μέ τούς νθρώπους καί δέν διστάζω νά γογγύζω κατά το Θεο.
μαρτίες μεγάλες!

χι γκρίνια. Προσευχή.

Κάθε πρωτοχρονιά, πικρατε τό θιμο, νά γοράζομε δρα γιά μικρούς καί μεγάλους. Σέ κάποιο τόπο, συνήθιζαν νά βάζουν τά δρα στά παπούτσια στίς κάλτσες τν γαπητν τους. Βέβαια, τίς παλαιότερες ποχές, κενοι πού δέν εχαν παπούτσια, τό μεγαλύτερο δρο πού σκέπτονταν γιά τά παιδιά τους γιά τόν αυτό τους, ταν να ζευγαράκι παπούτσια, πότε τά παιδάκια στήν καλύτερη περίπτωση, θά ερισκαν σάν δρο τους, τά δια τά παπούτσια.
Γιά φαντασθετε, νας νθρωπος νά ψάχνει τό παπούτσι του καί τήν κάλτσα του, νά βρε μέσα μιά καραμέλα στω κάποιο παιγνιδάκι. Καί μα δέν τά βρίσκει, νά ρχίζει τήν γκρίνια καί νά μή θυμται τι μέσα σ’ ατά τά παπούτσια, βάζει κάτι πολύ πιό πολύτιμο. Τά πόδια του.
μως, πάρχει κάτι πολύ πιό νώτερο καί πιό μορφο πό τά πόδια. Τά μάτια μας. ταν θέλομε νά προστατεύσομε κάτι τό πολύ σπουδαο λέμε: «Νά τό προσέχεις σάν τά μάτια σου». ν μς ρωτήσουν:
«Τί προτιμς νά χάσεις; Χέρι, πόδι τά μάτια σου;»
Τό χέρι καί τό πόδι, θά πες.
Τά μάτια μας νά εναι καλά.

Διηγεται νας κληρικός:
Στήν κκλησία πού μουν, ψαλλε κάθε Κυριακή νας ντελς τυφλός. Μά πς ψαλλε; ριστουργηματικά. Καί τίς λέξεις τίς λεγε καλύτερα πό κείνους πού βλέπουν. λοκάθαρα! Μέ λο τους τό νόημα. Μέ τά δάκτυλά του, ψηλαφοσε να εδικό βιβλίο γιά τυφλούς καί διάβαζε. ταν δέ τόσο εσεβής, πού τά λεγε μέ τέτοιο πόνο καί κέφι, πού δέν χόρταινες νά τόν κος.
ταν κουβεντιάζαμε, λεγε:
«Δόξα νχει Θεός, πού μο χει δώσει τό σωτερικό φς καί Τόν βλέπω. Καί πιστεύω. Δέν εμαι δυστυχισμένος. Εμαι εχαριστημένος πού χω τά μάτια τς ψυχς μου νοικτά καί μπορ νά διαβάζω τόν Λόγο το Θεο, νά τόν κατανο καί νά πιστεύω στόν Κύριο».
Πρτα, πρέπει νά ναζητομε καί νά «διαβάζομε» τήν γάπη το Θεο γιά μς! Πρτα, νά προσπαθομε νά τήν κατανοομε. Μετά τιδήποτε λλο.
Πρτα, νά κυττάζομε τόν αυτό μας, νά δομε τί μορφο μς χει δώσει Θεός, πόσα μορφα δρα Του χομε καθένας μας. Μετά νά κυττάζομε ν εναι κάτι πού μς λείπει. Τίποτε δέν μποδίζει νά προσπαθομε νά διορθώσομε τήν λλειψή του. Νά τό ποκτήσομε καί κενο.
Μά χι μέ γκρίνια καί μαυρίλα στήν ψυχή καί γογγυσμό, λλά μέ τίς καλές μας προσπάθειες, μέ τήν καλή μας πικοινωνία μέ τούς νθρώπους καί μέ τήν πιό καλή πικοινωνία μέ τόν Θεό.
Δηλαδή μέ τήν ταπεινή προσευχή.

πόνος νώνει

Τό σημερινό Εαγγέλιο τν δέκα λεπρν, μς λέει τι ατοί ο ταλαίπωροι, πού πασχαν πό νίατη σθένεια, εχαν να καλό. Τό καλό ταν, τι ρρώστια τούς εχε νώσει καί εχαν ποτελέσει μία καλή παρέα. Καί μάλιστα στήν καλή ατή παρέα παγόταν καί νας Σαμαρείτης. Πού θεωρετο χθρός το θνους τους. κάτι κόμη χειρότερο.
τσι ταν ο Σαμαρετες γιά τούς βραίους.
Οτε καλημέρα δέν λεγαν ταν συναντιόντουσταν.
μως ο δέκα λεπροί εχαν γίνει μιά γροθιά. Τί σημαίνει ατό; ξεραν νά χουν κατανόηση, γάπη καί συμπόνια νας στόν λλο. Νά νας πνευματικός πλοτος.
Κάποια μέρα, κουσαν τι περν πό κε Χριστός. τρεξαν λοι μαζί καί στάθηκαν μακρυά.
Γιατί στάθηκαν μακρυά; ξίζει νά τό προσέξομε. Καί σίγουρα θά πομε:
-Μά τί θαυμάσιοι νθρωποι ταν ατοί ο δέκα λεπροί.
Γιατί θαυμάσιοι; ψη τους, ταν ποκρουστική. ταν τήν βλεπες, ασθανόσουν τόν σωτερικό σου κόσμο νά ταράζεται τόσο πολύ, πού γιά μέρες δέν εχες ρεξη οτε νά φς, οτε νά κοιμηθες, οτε νά γελάσεις, οτε τίποτε. Τέτοια ταν ξωτερική τους θλιότητα!
Στάθηκαν λοιπόν μακρυά, πό ελάβεια στόν Χριστό καί σεβασμό στούς λλους νθρώπους. Πράγματα πού μερικές φορές δέν τά προσέχομε. Δέν φερόμαστε στούς λλους, μικρότερους μεγαλύτερους, μέ σεβασμό, γάπη, τιμή.
Εναι δύσκολο τό «εχαριστ»;
Καί ν ταν μακρυά, ρχισαν νά φωνάζουν: «ησο, Υέ Δαυΐδ, λέησον μς». Τό «λέησον», σημαίνει «λυπήσου μας».
Χριστός δέν χρειάστηκε νά τούς πε «τί θέλετε νά κάνω»; Κατάλαβε μέσως καί τούς επε:
«Πηγαίνετε νά σς δον ο ερες».
Γράφει Παλαιά Διαθήκη, τι ταν νας λεπρός γίνει καλά, ν κάποιος χει τήν ποψία τι εναι λεπρός, νά πάει νά τόν δε ερέας καί ατός νά γνωματεύσει, ν πάρχει χι πρόβλημα.
Ο λεπροί, ξεκίνησαν μέσως.
Τί σημαίνει «ξεκίνησαν μέσως»; Εχαν πίστη!
Δέν επαν: «Μπ! Τί μς λέει; Περίπατο θά κάνομε. Πρτα νά γίνομε καλά καί μετά θά ξεκινήσομε». Μήπως τούς εχαν δίπλα τους τούς ερες; κείνη τήν ποχή, ο ερες ταν στήν ερουσαλήμ. πρεπε νά κάνουν δρόμο.
Ξεκίνησαν ο λεπροί καί στή μέση το δρόμου, διαπίστωσαν τι εχαν γίνει καλά. νας βλεπε τόν λλο νά χει γίνει καλά. Δέν ταν πιά, ο ταλαίπωροι νθρωποι μέ τήν φρικτή ρρώστια. Μά, ταν τό εδαν, ρχισαν ο διχογνωμίες:
-Γίναμε καλά! Πμε σπίτια μας!
-Βρέ δέν εναι σωστό. Νά γυρίσουμε νά πομε να «εχαριστ» σ’ Ατόν πού μς γιάτρεψε.
-λα καϋμένε. Θά κάνομε τώρα τόσο δρόμο γιά τό «εχαριστ»; χομε καιρό γιά χάσιμο; Τόν συναντμε λλοτε καί το τό λέμε...
Τό βρκαν λογικό ο ννέα καί τράβηξαν γιά τά σπίτια τους.
Μά νας πό ατούς –Σαμαρείτης ταν- δέν τούς μιμήθηκε.
Γύρισε, ψαξε, βρκε τόν Χριστό καί το επε:
«Εχαριστ. Εχαριστ».
Τόν ρώτησε Κύριος:
-Καλά, δέν εσαστε δέκα; Ο λλοι πο εναι; Δέν μποροσαν κι’ ατοί, νά κάνουν μιά μικρή παρέκκλιση, νά λθουν δ, νά μέ βρον, νά μο πον «εχαριστ» καί μετά νά πνε στή δουλειά τους;
χομε να κακό μες ο νθρωποι...
ταν μς λείπει κάτι, χαλμε τόν κόσμο νά τό βρομε.
ταν, τό βρομε λα καλά. Καί ποιό εναι τό πιό κακό πό λα; Τό πιό κακό πό λα, εναι μιά νοοτροπία πού κυβερν τά συναισθήματά μας, τίς πράξεις μας καί τίς νέργειές μας. Ποιά νοοτροπία;
ς τό ναλύσομε λίγο. Λέει να σλόγκαν τς σύγχρονης ποχς: «πάνω πό λα γεία». μως, δέν εναι τσι.
κείνων τν δέκα τούς λλειπε γεία καί ψαχναν νά τήν βρον. ταν τήν βρκαν καί τήν διαπίστωσαν –χειροπιαστή πραγματικότητα- εναι φυσικό νά γέμισαν χαρά, χαρά, χαρά. πέραντη χαρά.
μως δέν σκέφθηκαν σοβαρά: «ποιός μς τήν δωσε»; «Πιό εναι τό πρτο μας χρέος»; γνόησαν τά ρωτήματα ατά. Πραν λλους δρόμους. τσι, ο νθρωποι ατοί, δειξαν πνευματική φτώχεια.
Γιατί πλοτος πνευματικός εναι: γάπη, ναγνώριση, τιμή, εγνωμοσύνη σ’ κενον πού μς κανε «να κουκουτσάκι» καλό. Καί ν πάνω πό λα εναι, πως νομίζουν, γεία, πς θά πρεπε νά φερθον σ’ Ατόν πού τούς δωσε τό «πάνω πό λα»;
φο λοιπόν δέν κδήλωσαν τήν εγνωμοσύνη τους, πέδειξαν τι ταν πελπιστικά φτωχοί. σωτερικά βέβαια· πνευματικά.
πό πο τό συμπεραίνομε;

Νά μς πιάνει γωνία

πανερχόμαστε στό «πάνω πό λα γεία».
λλά σωστή, ρεαλιστική τοποθέτηση λέει:
Τό σμα χει μιά προθεσμία.
Τό πόδι, τό μάτι, τό χέρι χουν μιά προθεσμία. ρχονται τά γηρατειά, καί τίποτε πιά δέν δουλεύει καλά. Κάποια στιγμή λα τά μέλη μας, θά κυρωθον. Θά παύσουν νά χουν στό σύνολό τους, ξία γιά τόν νθρωπο.
Μιά μέρα, θά ρίξει πάνω στό σμα παπς μιά φτυαριά χμα καί λίγο λάδι καί θά πε: «γ ε καί ες γν πελεύσ». «Τελείωσε ποστολή σου».
λλά γιά τόν νθρωπο δέν τελείωσε ποστολή του. νοίγει πό κε καί πέρα λλος δρόμος, λλες προοπτικές, λλη ζωή. Αώνια ζωή.
Μά ταν γι’ ατή τήν αώνια ζωή, νθρωπος δέν κάνει τίς πρέπουσες φροντίδες καί μέριμνες;
ταν δέν τήν σκέπτεται σο πρέπει καλά;
ταν τήν βάζει σέ δεύτερη μορα πό τό σμα;
νθρωπος ατός, χει μυαλό σωστό;
Δέν χει! χει λίγο. Λιγότερο πό τι πρέπει.
Γι’ ατό επε Χριστός: «Οχ ερέθησαν ποστρέψαντες δοναι δόξαν τ Θε»; Λίγο ταν ατό πού πραν;
Γιατί τό επε καί τό γραψαν ο εαγγελιστές; Γιατί τό διαβάζομε; Γιά νά νοίγουν τά μάτια το νο καί τς καρδις μας καί νά καταλαβαίνομε ποο εναι τό πρτο καί ποιό εναι τό δεύτερο. Τί πρέπει νά προτιμμε καί τί νά κάνομε.
Καί ταν διαπιστώνομε, τι δέν χομε μυαλό, σκέψη καί νοοτροπία πως μς τήν ποδεικνύει τό φς το κόσμου Χριστός, νά μς πιάνει γωνία γιά τόν αυτό μας.

πακοή. χι ρωτήσεις

ταν κάπου να λεπροκομεο. Τότε πού λέπρα ταν νίατη. νάμεσα στούς σθενες, ξεχώριζε κάποιος, γιατί λη μέρα σκοτωνόταν νά βοηθ τούς λλους. Εχε λίγο γερό σμα. πό τό πρωί μέχρι τό βράδυ, δούλευε.
Τόν ρώτησαν:
-Μέ λα ατά πού κάνεις, κουράζεσαι τόσο πολύ! Εσαι καί τς κκλησίας πό τι φαίνεται...
-Γιά τήν γάπη το Θεο τά κάνω λα. Πιστεύω τι σο ζ, πρέπει νά κάνω καί γώ κάτι, γιά τούς νθρώπους πού πονον σάν καί μένα.
-Καλά. φο πιστεύεις στό Θεό, ταν θά σταθες μπροστά Του, δέν το κάνεις καμιά ρώτηση;
-Σάν τί ρώτηση νά κάνω γώ το Θεο;
-Νά το πες: «Θεέ μου, τό διαπίστωσες, τι εχα τόσο καλή διάθεση, νά σκοτώνομαι, νά κάνω το κόσμου τίς δουλειές καί τίς θυσίες γιά τούς λλους... Γιατί λοιπόν δέν μο δινες γεία, νά κανα κόμη περισσότερα»;
-Δέν πρόκειται νά ρωτήσω τέτοια πράγματα τόν Θεό!
-Γιατί;
-Διότι σχέση μου καί θέση μου μέ τόν Θεό, δέν εναι νά το κάνω ρωτήσεις, οτε νά το ζητάω τόν λόγο. δική μου σχέση καί θέση πέναντι το Θεο, εναι νά τόν κούω καί νά κάνω κενο πού μο λέει. Καί ν μέ ρωτ, τότε νά το παντ. Μέ ταπείνωση, μέ γάπη, μέ πίστη καί μέ πομονή.
ρώτημα: ποιος σκέπτεται κάπως τσι, δέν πιό γιής πό κενον πού εναι γιέστατος στό σμα;
Δέν εναι προτιμότερο νά σκεπτόμαστε περισσότερο καί πιό σωστά, γιά τήν αώνια παρξή μας καί γιά τόν Θεό, πό σο σκεπτόμαστε γιά τό πόδι, τό μπράτσο, τό στομάχι μας;
Εναι χίλιες φορές προτιμότερο νά εναι νθρωπος σωστός στήν ψυχή καί στά μυαλά, παρά σέ μερικά μέλη το σώματος του.
Τί θέλομε νά πομε;
Νά προσέχομε, μες πού νομίζομε πς βλέπομε τά πράγματα πιό καλά. Πολλούς, πού τούς καταδικάζομε καί τούς θεωρομε ξιους γιά περιφρόνηση, μπορε νά εναι πιό καλοί πό μς. χομε δουλειά νά κάνομε. Νά νοίξομε τά μάτια μας νά βλέπομε πιό καλά καί πιό σωστά, γιά πόσα πρέπει νά εχαριστομε τόν Κύριο. Καί πόσο νά τόν εχαριστομε.

«Καθελε δυνάστας πό θρόνων»

Βέβαια νθρωποι εμαστε· μς ρέσει νά χομε γεία, δύναμη, πλοτο. Μακάρι νά δώσει Θεός νά χομε λοι. Εναι πολύτιμα γαθά γιά τήν παρούσα ζωή. Μόνο νά μή ξεχνμε ποτέ, τι Παναγία, δηλαδή Θεός μέ τό στόμα τς μεγάλης προφήτιδας καί διδασκάλου καί εεργέτιδος λου το κόσμου, τς γίας Μαρίας, τς Μητέρας το Κυρίου λέγει: «καθελε δυνάστας πό θρόνων καί ψωσε ταπεινούς».
μα δέν πνε καλά στά μυαλά, τούς σαρώνει Θεός κείνους πού εναι καί γιες καί δυνατοί καί πλούσιοι. Στή θέση τους, βάζει ταπεινούς. Οτε τόν κόσμο, οτε τή ζωή μου θά κυβερνήσω γώ, στω καί ν χω γεία, δύναμη, πλοτο.
Τόν κόσμο, τόν κυβερν Θεός.
μεγαλύτερη σοφία εναι νά στέκω πέναντι το Κυρίου, στή θέση πού πρέπει καί σωματικά καί μέ τά μυαλά καί μέ τό περιεχόμενο τς καρδις μου.

Νά μς βοηθ καί νά μς φωτίζει Θεός, νά καταλαβαίνομε τά διδάγματα πού μς δίδει μέσα πό τό Εαγγέλιό Του, πού εναι φς γιά τή ζωή μας. μήν.-

Πηγή εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου