Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Ρωμανός Μελωδός: Στο Πάθος του Κυρίου και στο Θρήνο της Παναγίας


γιος Ρωμανς Μελωδός
Στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ στὸ Θρῆνο τῆς Παναγίας

Προοίμιον

κενον πο σταυρώθηκε γι μς, λοι, λτε, ς δοξολογήσουμε.
Ατόν, λοιπόν, ντίκρυσε πάνω στ Ξύλο Μαρία κι λεγε:
«Στ Σταυρ ν κα κρέμεσαι, γι μένα εσαι
Υἱὸς κα Θες μου».

Οκοι

α´
Τ παιδί Της Μητέρα καθς βλεπε
ν Τ πηγαίνουν στ θάνατο, κατάκοπη κολουθοσεν Μαρία
μαζ μ᾿ λλες γυνακες κα τοτα λεγε:
«Πο πορεύεσαι, Τέκνο; Γι ποι λόγο βιαστικς τ δρόμο τρέχεις;
Μήπως κι λλος γάμος εναι στν Καν,
κα γι ’κε τραβς τώρα, κρασ π᾿ τ νερ γι ν τος φτιάξης;
Ν ’ρθ μαζί Σου, Τέκνο μου, ν Σ περιμένω;
να λόγο πές μου, Λόγε, μένα μίλητος μν προσπεράσης,
σ π᾿ γν μ φύλαξες,
Υἱὸς κα Θες μου».

β´
Δν τ περίμενα, Παιδί μου, σ τέτοια ν Σ δ,
κα ποτ δν πίστευα πς θα ’φταναν ο νομοι σ τέτοια μανία
κα χέρια θ᾿ πλωναν δικα πάνω Σου.
φο κόμα τ᾿ θα τους βρέφη Σο κράζουν τ «Ελογημένος»,
κι π᾿ τ βάγια κόμη γεμάτος δρόμος
κα διαλαλε στν καθένα τ παινέματα πο Σο ’πλεξαν ο νομοι.
Κα τώρα γι ποι λόγο γινε τ κακό;
Θέλω ν μάθω, λλοίμονο, πς χάνεται τ φς μου;
Πς στ Σταυρ καρφώνεται
Υἱὸς κα Θεός μου.

γ´
Πηγαίνεις, Παιδί μου, σ δικο φόνο
κα κανες δν Σ πονε. Πέτρος δν ρχεται μαζί Σου,
πο Σο επε:
«Ποτ δν Σ᾿ ρνομαι κι ν χρειαστ ν πεθάνω».
Σ᾿ φησε Θωμς πο δήλωσε: «ς πεθάνουμε λοι μαζί Του».
Κα ο λλοι κόμα, ο φίλοι κα γνωστο
κα πο πρόκειται ν κρίνουν τς φυλς το σραήλ, τώρα πο βρίσκονται;
Κανένας π᾿ λους κα νας γι λους.
Πεθαίνεις, Τέκνο μου, Μόνος, μις κα λους τος σωσες,
μις κα φέρθηκες μορφα σ᾿ λους,
Σ Υἱὸς κα Θεός μου».

δ´
ν τέτοια Μαρία μ λύπη μεγάλη
κα θλψι πολλ λεγε κα κλαιγε,
Τν κοίταξε Γιός Της κα Τς μίλησε:
«Γιατί σ πραν, Μητέρα, τ κλάματα; Γιατί Σ
παρασύρουν ο λλες γυνακες;
Μν πάθω, φοβσαι; Μν ποθάνω; Μ πς θ σώσω
τν δάμ;
Μν κατέβω στν τάφο; Πς θ φέρω στ ζω τος
πεθαμένους;
Κι πως πράγματι βλέπεις σταυρώνομαι δικα.
Γιατί κλας, λοιπόν, Μητέρα; Μλλον φώναξε κα λέγε
Πς «θέλοντας παθεν
Υἱὸς κα Θεός μου».

ε´
Μ λυπσαι, Μητέρα, μ λυπσαι.
Μις κα θρνος δν Σο πρέπει, φο Σ επαν «Κεχαριτωμένη».
Μν πισκιάσης, λοιπόν, τ νομα ατ μ τ θρνο.
Μν κατατάξης, πρόσεξε, τν αυτό Σου μ τς μυαλες, Πάνσοφη Κόρη.
Βρίσκεσαι μέσα στ Νυμφνα τ δικό μου.
Μή, λοιπόν, καταμαράνης τ ψυχή, σν ν βρίσκεσαι πέξω.
σους εναι μέσα στ Νυμφνα δικούς Σου ν τος νομάζς.
Μις κα καθένας π᾿ γωνίζεται περίφοβος θ Σ κούση, γιασμένη,
ταν επς: «πο βρίσκεται
Υἱὸς κα Θεός μου.

στ´
Πικρ το Πάθους τν μέρα μ τ κάνς,
μις κι Γλυκς γ γι᾿ ατν τώρα π᾿ τν οραν κατέβηκα
σν τ Μάννα,
χι στ ρος τ Σιν, λλ μέσ᾿ στν κοιλιά Σου.
Μέσα της δηλαδ σαρκώθηκα, πως τ πρόβλεψ᾿ Δαβίδ.
Θυμήσου, Κόρη, τ Βουν τ δυνατ κα πλούσιο,
εμαι γ ληθινά, γιατ Λόγος πάρχων μέσα Σου
νθρωπος γινα.
Πάσχω, λοιπόν, ς νθρωπος κα μ τοτο σώζω.
Μητέρα πι σ μν κλας. Φώναξε μλλον μ χαρά:
«δέχεται θεληματικ τ Πάθος
Υἱὸς κα Θεός μου».

ζ´
«Ναί, Τέκνο», παντάει, «π τ μάτια μου
Τ κλάμα σταματ κα σφίγγω τν καρδιά μου κόμα
πι πολύ,
λογισμός μου μως ν σωπάση δν μπορε.
Σπλάχνο, τί μο λές: «ν δν πεθάνω, δμ
δ γιατρεύεται;»
Κι μως δίχως Πάθος θεράπευσες πολλούς.
Τ λεπρό, γι παράδειγμα, καθάρισες κα καθόλου δν
πόνεσες, τ θέλησες κι γινε.
Τν παράλυτο στέριωσες κα κούραση δν νοιωσες.
Κα στν νάπηρο δωκες μάτια, Καλέ μου, μ λόγο
κα δν παθες τίποτα, Σ Υἱὸς κα Θεός μου.

η´
Πεθαμένους νάστησες, μ Νεκρς δν θ γίνς,
κα ταφ δν θ λάβης, Παιδί μου κα Ζωή μου. Κα
πς λές,
«ν δν πεθάνω δμ γιατρει δ βρίσκει»;
Σωτρα μου, διάταξε κα μέσως σηκώνεται τ
κρεββάτι βαστώντας.
ν κα μέσα στν τάφο δμ καταχώθηκε,
πως τ Λάζαρο π᾿ τ μνμα μ φων βγαλες ξω,
τσι κα τοτον νάστησε.
λα Σ πηρετονε, ς Δημιουργ τν πάντων.
Τί, λοιπόν, Παιδί μου, τρέχεις; Ν σφαγς μν πείγεσαι,
τ θάνατο μν γαπς, Σ
Υἱὸς κα Θεός μου.»

θ´
«Δν κατάλαβες, Μητέρα, δν κατάλαβες τί λέω.
νοιξε, λοιπόν, τν νο κα τ λόγια βάλε μέσα, πο σ κούεις,
κα δια σα λέγω κμε τρόπο ν νοήσης.
Ατς πο προανέφερα, ταλαίπωρος δάμ, πο πεσεν ρρωστος
χι στ σμα μοναχ λλ κα στν ψυχή,
ρρώστησε μ τ θέλησί Του, μις κα δν κουσεν
μένα κα βρίσκεται σ κίνδυνο.
Καταλαβαίνεις ατ πο λέω. Μν κλάψης, λοιπόν, Μητέρα,
καλλίτερα τσι φώναξε: «σπλαχνίσου τν δμ
κα λυπήσου τν Εα, Σ
Υἱὸς κα Θεός μου».

ι´
π σωτία, π λαιμαργία
δμ ρρώστησε κα γκρεμίστηκε ς το δη τ κατάβαθα
κι κε τν πόνο τς ψυχς του κλαίει.
Κα Εα πο τν δίδαξε τότε τν μαρτία
μαζί του στενάζει. Κα μαζί του εναι ρρωστη,
γι ν μάθουνε κι ο δυό το Γιατρο τν δηγία ν κρατνε.
Τώρα τουλάχιστον κατάλαβες; ντελήφθης τ σα επα;
Πάλι, Μητέρα, φώναξε: «τν δμ ν συγχωρς
κα τν Εα συγχώρεσε, Σ
Υἱὸς κα Θεός μου».

ια´
Τοτα τ λόγια καθς κουσεν τότε
ψεγάδιαστη Μητέρα στ Παιδ Της πάντησε:
«Κύριέ μου,
ν κόμα μι φορ Σο μιλήσω, μ μο θυμώσης.
Ατ πο νοιώθω θ Σο π γι ν μάθω στ σίγουρα
ατ πο θέλω π Σένα.
ν σταυρωθς, ν πεθάνης, θ ξαναρθς σ μένα;
ν πς γι ν γιατρέψης τν δμ κα τν Εα θ Σ ξαναδ;
να φοβμαι στ᾿ λήθεια, μήπως, Παιδί μου, π τν Τάφο
γι τν οραν τραβήξης κι γ πο θέλω ν Σ δ,
θ κλάψω κα θ κράξω: «Πο εναι
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιβ´
Μόλις κουσεν τοτα κενος πο γνωρίζει τ πάντα
πρν ν γίνουν, πεκρίθη στ Μαρία:
«χε θάρρος, Μητέρα,
Γιατ Πρώτη θ μ δς μετ τν νάστασι.
Θάρθω ν Σο δείξω μ τί μετρους πόνους τν δμ λευθέρωσα
κα πόσους δρτες γι χάρι του χυσα.
Θ φανερώσω στος φίλους τ τεκμήρια στ χέρια μου.
Κα θ᾿ ντικρύσης τν Εα τότες, Μητέρα,
ζωνταν σν κα πρτα κα γεμάτη χαρ θ φωνάξης:
«Τος γονες μου σωσεν
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιγ´
Λιγάκι γι περίμενε, Μητέρα, κα θ δς,
Πς σν Γιατρς τρέχω κα φτάνω στν τόπο
που ερίσκονται
κα τς πληγς τους θεραπεύω
κα μ τ Λόγχη κόβω τν ναισθησία τους κα τ σκληροκαρδία.
Παίρνω κα ξύδι κα πολυμαίνω τν πληγή.
Κα μ ατρικ μαχαίρι τ Καρφι θ πλατύνω τν
τομή, βάζοντας γάζα τν Χιτνα.
Κι χοντας τ Σταυρό μου μάλιστα σν λλη θήκη γι τ φάρμακα
Ατν μεταχειρίζομαι, Μητέρα, γι ν μπορς ν ψέλνης ταπεινά:
«Πάσχοντας γιάτρεψε τ πάθη
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιδ´
πόθεσε πλέον τ λύπη, Μητέρα,
κα πορέψου μ χαρά, μις κι γ γι᾿ ατ πο κατέβηκα
τώρα βιάζομαι
ν κτελέσω το Πατέρα τν πόφασι.
φο ατ π᾿ τν ρχ εχαμε ποφασίσει γ κα Πατέρας μου
κα ποτ δν παρνήθηκε τ πνεμα μου
νθρωπος ν γίνω κα ν πάθω γι τν ποπλανημένο.
Λοιπόν, τρέξε, Μητέρα, κα μήνυσε σ᾿ λους
πώς: «Μ τ Πάθος χτυπάει τν δη, το δμ τν χθρ
κα σν νικήσ ρχεται
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιε´
«Νικιέμαι, Παιδί μου, π᾿ τν γάπη νικιέμαι
κα στ᾿ λήθεια δν ντέχω, γ ν βρίσκομαι στ σπίτι
κα Σ πάνω στ Σταυρό,
γ μέσα στ οκημα κι σ μέσα στ Μνμα.
σε με τ λοιπν κοντά Σου. Μο κάνει πράγματι καλ τ ν Σ βλέπω.
Ν δ τ τόλμημα ατν, πο τιμον τν Μωυσ,
μις κα μ πρόσχημα πς ατν ποστηρίζουν ρχονται
ο τυφλο σένα ν φονέψουν.
Κι ατ Μωυσς γι τος βραίους τ προφήτεψε
Πς «κάποτε θ δετε τ Ζω πάνω στ Ξύλο».
Κα ποις εναι Ζωή;
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιστ´
Λοιπόν, ν μείνης μαζί μου, μν κλάψης, Μητέρα,
οτε κα ν φοβηθς, ν δς ν σαλεύουν τ στοιχεα το κόσμου,
γιατ τοτο τ τόλμημα συγκλονίζει τν πλάσι.
Χάνει τ φς ορανς κα δν νοίγει μάτι μέχρι ν
το π.
γ κα θάλασσα τότε θ τρέξουν ν φύγουν.
Τότε Νας τ καταπέτασμα θ σχίσει γι κείνους πο ατ τολμον.
Τ ρη τραντάζονται, ο τάφοι δειάζουν.
ταν τοτα ντικρύσης, ν σν γυνακα φοβηθς,
κρξε σ μένα: «Γλύτωσέ με, Σύ,
Υἱὸς κα Θεός μου».

ιζ´
Υἱὲ τς Παρθένου, Θε τς Παρθένου
κα Δημιουργ το κόσμου, δικό Σου τ Πάθος κα τ
βάθος τς σοφίας.
σ ξέρεις ατ πο σουν κι ατ πο γινες.
σ τ θέλησες ν πάθς κα καταδέχθηκες νρθς ν
σώσης τος νθρώπους.
Σ τ δικά μας κρίματα σν ρν σήκωσες.
σ ατ θανάτωσες μ τ σφαγή Σου, Λυτρωτή, κα
λους λευθέρωσες.
Εσαι διος κα ταν πάσχης κα ταν δν πάσχης.
σύ ’σαι πο πεθαίνεις κα σώζεις. σ δωκες στ Σεμν
Τ θάρρος ν σο φωνάζει:

« Υἱὲ κα Θεέ μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου