Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

"Η αγάπη δεν πάει ποτέ μαζί με την υποκρισία"


+ Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης
Διονυσίου Ψαριανού
5 Δεκεμβρίου 1965

γαπητο χριστιανοί,
Θες δν γαπ τίποτα πι πολ π τν νθρωπο κα δ μισε τίποτα πι πολ π τν ποκρισία. ησος Χριστός, ταν ταν δ στ γ, στάθηκε πέναντι σ' λους τος νθρώπους γεμάτος γάπη κα μόνο ταν σκληρς πέναντι στος ποκριτάς. Τος μαρτωλούς, πο ρχότανε ζητώντας τ λεός του, τος δεχότανε μ καλωσύνη· τος ποκριτάς, πο σαν μέσ' μαρτωλο κι καναν ξω τος γίους, τος μαστίγωνε λύπητα. ς κούσουμε τί μς λέγει τ σημεριν Εαγγέλιο.

κενο τν καιρ δίδασκε ησος σ μία π τς συναγωγς κι ταν μέρα Σάββατο. Κι ταν κε μία γυναίκα, πο εχε πονηρ πνεμα κι ταν ρρωστη δεκαοκτ χρόνια κι ταν σκυφτ κα δ μποροσε ν σηκώση τ κορμ της καθόλου. Κι ταν τν εδε, ησος τς μίλησε κα τς επε· Γυναίκα, εσαι λυμένη π τν ρρώστια σου· κι κούμπησε πάνω της τ χέρια του κι μέσως κείνη νασηκώθηκε κα δόξαζε τ Θεό. Κα ποκρίθηκε ρχισυνάγωγος μ γανάκτηση, γιατί τ Σάββατο καμε τ θεραπεία ησος, κι λεγε στ λαό. ξη μερες εναι, που σ' ατς πρέπει ν ργαζώμαστε, σ' ατς λοιπν ν 'ρχεσθε κα ν θεραπευώσαστε κι χι στν μέρα το Σαββάτου. Το ποκρίθηκε λοιπν Κύριος κα επε· ποκριτή, καθένας σας τ Σάββατο δ λύνει τ βόδι του κα τν νο π τ παχν κα τ πάει κα τ ποτίζει; Κι ατ δ πο εναι κόρη το βραμ κα τν δεσε Σατανς δεκαοχτ χρόνια, δν πρεπε ν λυθ π τοτο τ δέσιμο τν μέρα το Σαββάτου; Κι ν λεγε τοτα ησος καταντροπιαζότανε λοι ο χθρο του· κι λος λας εχε χαρ γι τ θαύματα πο γινότανε π' ατόν.

Ατ ρρωστη γυναίκα, γαπητοί μου δελφοί, πο βρέθηκε κενο τ Σάββατο στ συναγωγή, μς εν' να καλ παράδειγμα. Μς διδάσκει πς κι μες τν Κυριακ πρέπει ν ρχώμαστε στν κκλησία γι τν προσευχ κα γι τ θεο κήρυγμα. Γι' ατ τ δύο πγε στ συναγωγ κείνη τν μέρα συγκύπτουσα γι ν 'βρη παρηγορι στν ταλαιπωρία της. Κα βρκε πολ περισσότερο π' ,τι περίμενε· λυτρώθηκε π τν ρρώστια πο τν βασάνιζε δεκαοκτ χρόνια.

Θ πρέπει ν ασθανότανε κατάνυξη, καθς κουε τν ησο Χριστ ν διδάσκη· θ πρέπει ν καθότανε ταπειν σ κάποια γωνιά, βασανισμένη μέσα στν πολύχρονη ρρώστια της, ζητώντας τ λεος το Θεο κι τοιμη ν δεχθ τ θεία χάρη. Μετ τ κήρυγμα, πλησίασε τ Χριστ κι κενος πο τν εδε, χι μόνο μ σκυφτ κα καμπουριασμένο τ κορμί της, μ κα μ τν ψυχ της γονατιστ κα σκυμμένη, τς μίλησε κα τς επε· «Εσαι λυμένη π τν ρρώστια σου». Κα γι ν τς μεταδοθ θεία δύναμη, κούμπησε τ χέρια του πάνω της. Κι πειδ θεος λόγος τν δια ρα εναι κα ργο, γυναίκα γινε μέσως καλά.

Νά, χριστιανοί μου, γάπη το Θεο, πς φανερώνεται κα πς ξεχύνεται στν νθρωπο. Κανένα μπόδιο δ μπορε ν μπ νάμεσα στ Θε πο ζητάει τν νθρωπο κα στν νθρωπο πο ζητάει τ Θεό. Οτε κα τ Σάββατο. Γιατί παραπάνω π' λα εναι νθρωπος, παραπάνω κι π τ νόμο κα τς ντολς το Θεο. Γιατί νόμος κι ο ντολς κα τ Σάββατο δόθηκαν λα γι τν νθρωπο κα δν γινε νθρωπος γι λα τοτα. Μέσα στ νόμο κα τς ντολς το Θεο πάρχει νθρωπος, γάπη το Θεο γι τν νθρωπο· κα μέσα σ' λους τος νόμους τν νθρώπων πρέπει ν πάρχη νθρωπος, λλις εναι δικοι ο νόμοι κα πάνθρωποι. Ο νόμοι εναι γι τος κακούς· γι ν μν φίνουν τος κακος ν κάνουν τ κακό. Γι τος καλος δν πάρχουν νόμοι. νας νόμος πάρχει γι τος καλούς, νόμος τς γάπης. Ατς νόμος λέγει, χι ν μν κάνης τ κακό, μ παντο κα πάντα ν κάνης τ καλό. μπόδιο δ μπορε ν σταθ στ νόμο το καλο.

Κι μως πολλ μπόδια, γαπητοί μου δελφοί, βγαίνουνε μπροστά, γι ν σταματήσουν τ καλό. Πρτο π τ μπόδια τοτα εναι ποκρισία. ποκρισία εναι ν φαίνεσαι κενο πο δν εσαι, ν λς πς νδιαφέρεσαι γι τν νόμο κα γι τν ντολή, μ σκοπ ν ματαίωσης τ καλό. Ν παρασταίνης τ φρουρ το θείου νόμου, ν κόβεσαι κα γι τν νθρώπινο νόμο, ν κάνης πανάσταση, ν βάζης φωτιά, ν ξεθεμελιώνης τ πάντα, γιατί σ πρε πόνος γι τ νόμο. Πς χάνονται νθρωποι, πς δικιέται λήθεια, πς σταυρώνονται θοι, πς γκρεμίζονται ερο θεσμοί, πς χαίρουν ο χθροί, πς χορεύει διάβολος, τίποτ' π' λα τοτα δ σ τρομάζει.

ρχισυνάγωγος, χριστιανοί μου, κείνη τν μέρα στν συναγωγή, γι χάρη τάχα το Σαββάτου, ταν τοιμος, ν μποροσε, ν σφάξη κα τ Χριστ κα τ συγκύπτουσα. Δν τν συγκίνησε τ καλ πο γίνηκε μπρς στ μάτια του. κενο πο τν τρωγε μέσα του ταν φθόνος, μ σκέπαζε τ πάθος του μ τέχνη κι δειχνε πς γνοιάζεται γι τ Σάββατο κα γι τν ντολ το Θεο. ποος δν τν ξερε θ τν πίστευε, μ Χριστς τν ξεσκέπασε κα τν ποστόμωσε. Τν επε ποκριτή, ψεύτη δηλαδ κα θεατρίνο, πο λλα ασθανότανε κι λλα λεγε, λλα εχε μέσα του κι λλα δειχνε στος νθρώπους.

Τέτοιους ποκριτάς, χριστιανοί, εναι πάντα γεμάτος κόσμος κα πρέπει ν τος φυλαγώμαστε. π' ξω φαίνονται γιοι κα μέσα τους εναι γεμάτοι μ' λες τς κακίες. Μ εναι τεχνίτες κα δν τ δείχνουνε· σκεπάζονται μ τ νδυμα τς εσέβειας κα δν τ 'χουνε γι τίποτα ν κάμουνε κάθε κακό. Ν τος πς λόγο, δν κονε· ν τος κάμης καλό, δ συγκινονται. Πάνω π' λα, λένε, εναι νόμος, ο ντολές, ο ερο Κανόνες, τάξη κι λήθεια. Ποις τ ρνήθηκε; Μ νόμος κι ο ντολς κι ο Κανόνες εναι λα γι τν νθρωπο. ταν σκοτώνης τν νθρωπο, τί σο χρειάζεται νόμος; ταν γκρεμίζης τν κκλησία, τί τος θέλεις τος κανόνες; σο γι τν τάξη κα τν λήθεια, ποιοι τ πολυφωνάζουνε ατ τ δυό, ατο μήτε τ ξέρουν μήτε τ 'μαθαν μήτε τ σεβάστηκαν ποτέ τους.

γαπητο χριστιανοί,

ησος Χριστς γάπησε λους τος μαρτωλούς, λους τος κουρασμένους, λους τος ρρώστους, λους τος ταπεινούς, λους τος νθρώπους. Μόνο τος ποκριτς δν γάπησε, γιατί δν τ 'θελαν κενοι. γάπη δν πάει ποτ μαζ μ τν ποκρισία· που εναι γάπη, δ μπαίνει ποκρισία κι που εναι ποκρισία δ βρίσκεις γάπη. μες ς χουμε γάπη μεταξ μας κι ατ φθάνει γι ν δείξη πς γαπομε κα τ Θεό. ν σκοτωνώμαστε τάχα γι τ Θε κα μισομε τος νθρώπους, εμαστε ποκριταί· στ' λήθεια μήτε τ Θε γαπομε, κι ς φωνάζουμε γι τ νόμο του κα γι τς ντολές του. νόμος κι ο ντολς το Θεο κι ο Κανόνες τς κκλησίας εναι γάπη. ς χουμε, χριστιανοί μου, γάπη, γι ν 'χουμε ζω κα σωτηρία. μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου