Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

"Άν εἶναι κανένας πλούσιος, δὲν πάει νὰ πῆ πὼς εἶναι καὶ κακός, καὶ δὲ φτάνει νὰ 'σαι φτωχὸς γιὰ νὰ 'σαι καὶ δίκαιος".


+ Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης
Διονυσίου Ψαριανού
31 κτωβρίου 1965

γαπητο χριστιανοί,

κούσαμε σήμερα στ ερ Εαγγέλιο τν παραβολ το Κυρίου μας ησο Χριστο γι τν κακ πλούσιο κα γι τ φτωχ Λάζαρο. παραβολ μς διδάσκει πς ρχεται μι ρα κι λλάζουν τ πράγματα στ ζωή· φτωχς Λάζαρος, γι ν 'χη πομον στ φτώχεια του, πάει στν κόλπο το βραάμ, κι κακς πλούσιος γι ν μν κάνη καλ χρήση το πλούτου, βασανίζεται στν δη. Ατ εναι λόγια πο τ επε Θες κι ς τ' κούσουμε πάλι, ξηγημένα στ δική μας πλ γλώσσα.

Επεν Κύριος· ταν νας νθρωπος πλούσιος κα ντυνότανε στ κόκκινα κα στ βυσσινι κα τρωγόπινε κα καλοπερνοσε κάθε μέρα μέσα σ μεγάλη πολυτέλεια. Κι ταν νας φτωχς πο τν λεγαν Λάζαρο, ριγμένος ξω π τ θύρα το πλουσίου, πληγιασμένος κα λιμάζοντας ν χόρταση π τ ψίχουλα πο πεφταν π τ τραπέζι το πλουσίου· κι ταν σ τέτοια γκατάλειψη που κα τ σκυλι ρχόντανε κι γλειφαν τς πληγές του. Κι γινε κα πέθανε φτωχς κα μεταφέρθηκε π τος γγέλους στν κόλπο το βραάμ· κα πέθανε κι πλούσιος κα θάφτηκε. Κα στν δη, κε πο βασανιζότανε, σήκωσε τ μάτια του κα βλέπει τν βραμ π μακρυ κα τ Λάζαρο στος κόλπους του. Κα φώναξε πλούσιος κα επε· Πατέρα βραάμ, λυπήσου με κα στελε τ Λάζαρο ν βουτήξη στν κρη τ δάχτυλό του στ νερ κα ν δροσίση τ γλώσσα μου, γιατί καίγομαι κα λυώνω σ τούτη τ φλόγα. Κι επε βραάμ· παιδί μου, θυμήσου πς σ χάρηκες τ καλά σου στ ζωή σου κι Λάζαρος πάλι τ κακά· τώρα κενος δ χαίρεται κα σ βασανίζεσαι· κι ξν π' λα τοτα μεταξ μας νοίγεται βαθ φαράγγι, στε κενοι πο θέλουν ν διαβον π δ πρς σς ν μ μπορον μήτε π' ατο πρς μς ν περννε. Τότε πλούσιος επε· σ παρακαλ λοιπόν, πατέρα, ν στείλης τ Λάζαρο στ σπίτι το πατέρα μου· γιατί χω πέντε δέρφια· ν πάη κα ν τος βεβαίωση τί γίνετ' δ, γι ν μν ρθουν κι ατο σ τούτη τν κόλαση. Το λέγει βραάμ· χουν τν Μωϋσ κα τος προφήτες· ς τος κούσουν. Κι κενος επε· χι, πατέρα βραάμ· μόνο ν πάη σ' ατος κάποιος π τος νεκρούς, θ μετανοήσουν. Τότε το επε βραάμ· ν δν κονε τ Μωϋσ κα τος Προφτες, οτε κι π τος νεκρος ν κάποιος ναστηθ θ πεισθον.


κενοι πο δν πιστεύουνε, γαπητοί μου δελφο στν λλη ζωή, ατο λένε· «ς φμε κι ς πιομε, γιατί αριο θ' ποθάνουμε». χουν τ καλά τους, πως κι ν τ 'χουν, κα τ χαίρονται μόνοι τους. Ντύνονται κα στολίζονται, τρνε κα ξεφαντώνουνε, χτίζουνε σπίτια, γοράζουνε χτήματα, μαζεύουνε χρήματα. Κα δίπλα τους εναι ο λλοι, ο πεινασμένοι, ο γυμνοί, ο στεγοι, ο ρρωστοι, τ γηρατειά, χηρεία, ρφάνια· λη θλιότητα το κόσμου. Μ πς λοιπν σ ξεφαντώνεις, ταν λλος δν χη οτε ψωμί; Πς σ στολίζεσαι, ταν διπλανός σου εναι γυμνός; Κα πς το λόγου σου χτίζεις κα ξαναχτίζεις, ταν δελφός σου εναι στ δρόμο; Θ πς· π τ δικά μου κα τρώγω κα ντύνομαι κα χτίζω. Δ λέγω πς δν εναι δικά σου, δ λέγω πς τ 'καμες μ κλεψιές, μ τοκογλυφίες κα μ πάτες, γιατ' εναι κα πολλο πο τσι πλουταίνουν. Μ ποιός σο επε πς τ δικά σου εναι μόνο γι σένα; διος Θες φίνει σ ν 'σαι πλούσιος κι λλος φτωχός, γι ν 'χης σ γάπη μέσ' στν πλοτο σου κι κενος πομον μέσ' στ φτώχειά του.

Γιατί θαρρετε, γαπητοί μου δελφοί, πς πλούσιος πγε στν κόλαση; Μόνο κα μόνο γιατ' ταν πλούσιος; Πλούσιος ταν κι βραμ κα τν βλέπουμε πρτο κα καλύτερο μέσα στος δικαίους. Πολλο πο βλέπουν κα πονον γι τν νισότητα στν κόσμο, κι λλοι πο καμώνονται πς πονον, φωνάζουν κα σηκώνουν πανάσταση κα τ βάζουν μ τν πλοτο, πς τάχα εναι καταραμένος π τ Θε κα πς δν πρέπει ν 'χουνε τίποτα δικό τους ο νθρωποι κι λλα τέτοια. Μ δ φτανε, χριστιανοί μου, τ πράγματα· ο νθρωποι φτανε. Δ φτανε τ ργύρια, μ φιλαργυρία. πλοτος π λόγου του μήτε καλς εναι μήτε κακός· στ χέρια τν νθρώπων γίνεται καλς κακός. πλούσιος δν πγε κε μόνο κα μόνο γιατί ταν πλούσιος, μ γιατ' ταν κακς πλούσιος, σπλαχνος κα σκληρόκαρδος νθρωπος. Μποροσε μ τν πλοτο του ν' γοράση τν παράδεισο, μ κενος ξαιτίας το πλούτου πεσε στν κόλαση.

Κι Λάζαρος, τί θαρρετε, γαπητοί μου χριστιανοί, πγε τάχα κοντ μ τν βραάμ, μόνο κα μόνο γιατ' ταν φτωχός; ν ταν τσι, θ 'πρεπε ν πάη κοντ μ κάποιο φτωχ κι χι μ τν πλούσιο βραάμ. Κα τότε θ 'πρεπε ν 'ναι χωριστ θέση τν νθρώπων στν λλη ζω· ο πλούσιοι στν κόλαση κι ο φτωχο στν παράδεισο. Μ θ 'ναι κα πλούσιοι στν παράδεισο κα θ 'ναι κα πολλο φτωχο στν κόλαση. Γιατί, ν εναι κανένας πλούσιος, δν πάει ν π πς εναι κα κακός, κα δ φτάνει ν 'σαι φτωχς γι ν 'σαι κα δίκαιος. φτώχεια εναι κακό· εναι κι ατ κληρονομι τς μαρτίας τν Πρωτοπλάστων κι στερα κα τν δικν μς μαρτιν. Γιατί δν εναι λίγοι πο εναι φτωχο π τν κακοκεφαλιά τους· τος σωτους, πο φθείρονται στ μεθύσι, στ χαρτι κα στ ξενύχτια, τος σωτους κα τος τεμπέληδες τος περιμένει φτώχεια. Μ φτώχεια εναι κα καλό. Γιατί φτώχεια πρτ' π' λα εναι τ γνώρισμα τν γίων. Ο γιοι γαπονε ν 'ναι φτωχοί, σηκώνουνε μ πομον κα καύχηση τ φτώχεια τους. Μ σ δν γαπς κα φοβσαι τ φτώχεια; ργάζου λοιπν τίμια κα κάνε οκονομία, γι ν 'χης ατάρκεια· χε κα εσέβεια, κι ληθιν θ 'σαι πλούσιος. Πλούσιος εναι ποιος ρκεται στ λίγα κα φτωχς εναι ποιος χρειάζεται πολλά.

γαπητο χριστιανοί,

Χριστς γι τος πλουσίους κα τος χορτάτους επε· «Οα μν, ο μπεπλησμένοι»· λήμονό σας, ο χορτάτοι. ννοοσε τος κακος κα σκληρόκαρδους πλουσίους σν κα τοτον τς παραβολς. Κα πάλι γι τος φτωχος Χριστς επε· «Μακάριοι ο πτωχο» κι ννοοσε κάτι φτωχος σν τ Λάζαρο· πο δν εναι φτωχο π τν κακοκεφαλιά τους κα πο τ φτώχεια τους τ σηκώνουνε μ πομονή. μες, ν χουμε λικ πλοτο, ς χουμε κα πλοτο καλωσύνης κα θησαυρος γάπης. Κι ν εμαστε φτωχοί, ς εμαστε φτωχο κα στς κακίες. Ν μν εμαστε πλούσιοι στ χρήματα κα φτωχο στν γάπη κα ν μν εμαστε φτωχο στ χρήματα κα πλούσιοι στς κακίες. Πλούσιοι κα φτωχο ς εμαστ' δ δέρφια, γι ν 'μαστε κα στν λλη ζω μαζ στν παράδεισο. μήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου