Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Η Εκκλησία ως κοινότητα (+ Πρωτ. Ιωάννου Μέγιεντορφ)


Πηγή: agiazoni.gr 

(Πρόκειται γι εσήγηση το πρωτοπρεσβυτέρου ωάννη Μέγιεντορφ (1926-1990), σπουδαίου πατρολόγου κα στορικο τς κκλησίας, στ θεολογικ Συνέδριο «φεσος» πο συνλθε τ θέρος το 1961 στν γία Παρασκευ ττικς κα εχε ς θέμα « κκλησία Σμα Χριστο». Τ κείμενο παραχωρήθηκε π τν π. λία Μαστρογιαννόπουλο κα  γλωσσικ πιμέλειά του στ δημοτικ γινε π τν Σταρο Γιαγκάζογλου.)

«Ο εσ δύο  τρες συνηγμένοι ες τ μν νομα, κε εμι ν μέσ ατν» (Ματθ. 18,20). Τ λόγια ατ το Χριστο ποτελον να π τ βασικότερα κκλησιολογικ κείμενα τς Καινς Διαθήκης. Διδάσκουν σαφς τι  σύναξη τν πιστν,  συγκέντρωση νς ριθμο χριστιανν, ποτελε τν προϋπόθεση τς παρουσίας το Χριστο. Δν χει σημασία ν  ριθμς ατν πο συγκεντρώνονται εναι μικρς  μεγάλος. κενο πο χει πράγματι σημασία εναι τ γεγονς τς σύναξης. φόσον μία σύναξη γίνεται «ες τ νομα το Χριστο», παύει ν εναι πλ συνάθροιση νθρώπων κα γίνεται νωση μ τν Χριστό, πραγμάτωση τς ρχαίας προφητείας, σύμφωνα μ τν ποία  Θες θ σκηνώσει ληθιν κα πραγματικ ν μέσ το λαο του κα «ατο λας ατο σονται κα ατς  Θες σται μετ' ατν,  Θες ατν» (π. 21,3. εζ. 43,7). 

Τν ντικειμενικ ατ χαρακτήρα τς σύναξης τν χριστιανν τονίζουν μ διαίτερη πιμον λοι ο Πατέρες τς ρχαίας κκλησίας. 

 γιος γνάτιος  Θεοφόρος π.χ. γράφει πρς τν κκλησία τς φέσου: «Σπουδάζετε ον πυκνότερον συνέρχεσθαι ες εχαριστίαν Θεο κα ες δόξαν. ταν γρ πυκνς π τ ατ γίνεσθε, καθαιρονται α δυνάμεις το σαταν, κα λύεται  λεθρος ατο ν τ μονοία μν τς πίστεως. Οδέν στιν μεινον ερήνης, ν  πς πόλεμος καταργεται πουρανίων κα πιγείων» (γνάτιος πρς φεσίους, ΧΙΙΙ).

Κατ τν ντίληψη, λοιπόν, το γίου γνατίου κα τν συγχρόνων του,  εχαριστιακ σύναξη τν χριστιανν εναι πρωτίστως τ ντικειμενικ σημεο τς ερήνης, τν ποία  Θες ποκατέστησε μεταξ Ατο κα το λαο του ν Χριστ κα στν ποία καλε λους τος νθρώπους ν κοινωνήσουν. Κα  μετοχ στ σύναξη ατ δν εναι πλς μία πράξη χρήσιμη γι τν τομικ σωτηρία το καθενός, λλ εναι κυριολεκτικ συμμετοχ στν γώνα πο διεξάγει  νανθρωπήσας Υἱὸς το Θεο ναντίον το διαβόλου. ναντίον κείνου πο σπέρνει τ διαίρεση κα τ μσος μεταξ τν νθρώπων κα κατορθώνει ν διατηρε τν δικη κα παράνομη ξουσία του πάνω στν κόσμο χάρη στν μαρτία κα στ θάνατο. 

 ντίληψη ατ ξηγε γιατί π τν πρώτη στιγμ  κκλησία θεώρησε τ συμμετοχ στν κοιν σύναξη ς οσιαστικ στοιχεο τς χριστιανικς πίστης κα ζως κα γιατί, παρ τος φοβερος διωγμος τν πρώτων αώνων, ξακολούθησε ν παραμένει αστηρ προσηλωμένη στν ρχ τν τακτικν λατρευτικν συνάξεων. ταν  Χριστιανισμς κηρύχθηκε religio illicita, δηλαδ παγορευμένη θρησκεία, δν πέβαλε, πως θ περίμενε κανείς, τν κοινοτικό του χαρακτήρα κα δν μεταβλήθηκε σ μία τομικ θρησκεία. Μία τέτοια θρησκευτικ πίστη,  ποία δν θ συνεπαγόταν κανένα σοβαρ κίνδυνο γι τος παδούς της σφαλς κα θ ταν νεκτ π τ Ρωμαϊκ Κράτος. Κα μως, πόσο θ πλοποιονταν τ πράγματα γι τος διωκόμενους χριστιανούς, ν ποφάσιζαν ν γκαταλείψουν τς συνάξεις τς Κυριακς, ο ποες τόσο εκολα μποροσαν ν προδοθον  ν ποκαλυφθον κα ν ρκονταν σ ναν «πνευματικ» σύνδεσμο μεταξύ τους! λλ τίποτε παρόμοιο δν συνέβη. Παρ τν σκληρ καταδίωξη κα τς τρομερς τιμωρίες, ο χριστιανο ξακολούθησαν ν συνέρχονται τακτικ «π τ ατό». Κα  λόγος τς πιμονς τους ατς ταν  πίστη τι  Χριστιανισμς εναι πρώτιστα συγκεκριμένη συμμετοχ στ ζω μίας ρατς κα πτς μυστηριακς κοινότητας, μία συμμετοχ  ποία δν πιδέχεται κανενς εδους «πνευματοποίηση». Μ λλα λόγια, σύμφωνα μ τν ντίληψη τν χριστιανν τν πρώτων αώνων, τ ν εναι κανες χριστιανς εναι συνώνυμο μ τ ν εναι μέλος τς κκλησίας. στόσο, γι ν εναι κάποιος μέλος τς κκλησίας, δν ρκε πλς ν παραδέχεται μία ρισμένη κοσμοθεωρία  ν γωνίζεται ελικριν γι ν μεταβάλει τν τομικό του τρόπο σκέψης κα ζως  στω ν νήκει όριστα σ μία φηρημένη κα πρόσωπη ργάνωση. Χρειάζεται, κυρίως, ν εναι νταγμένος ψυχ τε κα σώματι σ μία συγκεκριμένη τοπικ κοινότητα, ν μετέχει νόμιμα κα νεργητικ στ ζωή της, ν εναι μ λη τ σημασία τς λέξης  «πλησίον» τν δελφν του,  «πλησίον» τν λλων νθρώπων πο ποτελονται, πως κα ατός, π σάρκα κα αμα.

Πράγματι, ταν  Χριστς θέλησε ν κηρύξει τν ναρξη τς Βασιλείας το Θεο πάνω στ γ, ν ναγγείλει τν γκαινιασμ τς νέας πραγματικότητας τς κκλησίας, κανε λόγο γι τν πρς τν πλησίον γάπη.  χριστιανικ γάπη δν εναι μία όριστη γάπη τς νθρωπότητας. εναι  προσωπικ γάπη τν συγκεκριμένων νθρώπων, τος ποίους  πρόνοια το Θεο ταξε ς πλησίον μας. 

Εναι πολ εκολο ν γαπ κάποιος σους βρίσκονται μακριά του  κείνους μ τος ποίους δν χει παρ μόνο λίγες τυπικς σχέσεις. στόσο, συχν χρειάζεται γώνας γι ν γαπήσουμε τ πρόσωπα πο βρίσκονται κυριολεκτικ γύρω μας, τος νθρώπους μ τος ποίους εμαστε ποχρεωμένοι κάθε στιγμ ν ρχόμαστε σ παφ κα σ σχέση. 

ντίθετα μ τν γάπη το πλησίον, τν ποία δίδασκε τ Λευϊτικν κα τν ποία φάρμοζαν ο εσεβες σραηλτες,  χριστιανικ γάπη δν γνωρίζει καμία διάκριση κα δν ποκλείει κανέναν. ταν  Κύριος ρωτήθηκε ποιόν πρέπει ν θεωρομε ς πλησίον μας, πάντησε μ τν παραβολ το Καλο Σαμαρείτη, ποδεικνύοντας ς πρότυπο ληθινς γάπης το πλησίον τν κπρόσωπο νς λαο, γι τν ποο κάθε καλς βραος τς ποχς του ασθανόταν χι πλς μσος, λλ σχεδν φυσικ πέχθεια. 

πομένως, ο χριστιανο καλονταν ν ποτελέσουν μία κοινότητα,  ποία θ περβαίνει κάθε φραγμ φυλς, συμφέροντος  προσωπικν ασθημάτων.  κοινότητα ατ θ εναι θεμελιωμένη, χι σ φυσικς ξίες  στν προσωπικ συμπάθεια, λλ στν χάρη το Θεο. Γιατί, ντως,  χριστιανικ γάπη εναι χάρη κα δωρε το Θεο. δν προέρχεται π τν νθρωπο, λλ πηγάζει π τν Θεό. Δν εναι νθρώπινη γάπη, λλ εναι  γάπη το Θεο γάπη μ τν ποία  Θες γαπ τν κόσμο του,  γάπη μ τν ποία τ πρόσωπα τς Παναγίας Τριάδος γαπνται μεταξύ τους. Ατν τν γάπη του  Θες μεταδίδει σ κείνους πο πιστεύουν στ «εαγγέλιό» του κα νσωματώνονται στ «σμα» το σαρκωθέντος κα νανθρωπήσαντος Υο του. Γι' ατ κα  πόστολος νομάζει τ χριστιανικ γάπη «καρπν το Πνεύματος» (Γαλ. 5,22) κα διδάσκει τι σ ντίθεση πρς τν γάπη κα τ ασθήματα το θνητο κα φθαρτο κόσμου τούτου, τ ποα λλοιώνονται κα παρέρχονται,  χριστιανικ γάπη «οδέποτε κπίπτει» (Α' Κορ. 13,8).

Τ χριστιανικ βάπτισμα εναι θάνατος κα νάσταση. Μ τ βάπτισμα βιώνουμε τν θάνατο το παλαιο νθρώπου καί, συνάμα, τν νάσταση μίας νέας ζως,  ποία δν εναι πλέον  ζω το κόσμου τούτου, λλ εναι  ζω το αώνιου κα θάνατου Θεο. Μ λλα λόγια, μ τ βάπτισμα γινόμαστε «σρξ» το δι' μς σαρκωθέντος κα κ τς Μαρίας τς ειπαρθένου τεχθέντος Υο κα Λόγου το Θεο. Χριστς κα χριστιανο ποτελομε να σμα. 

Τοτο κριβς ρμηνεύει κα τ γεγονς τι ταν  σύναξή μας γίνεται «ες τ νομα το Χριστο» χει ς ποτέλεσμα τν ληθιν κα πραγματικ παρουσία το Θεανθρώπου νάμεσά μας. 

ξηγε κόμη γιατί  κκλησία παγόρευσε π τν ρχ τν συμμετοχ τν μ βαπτισμένων προσώπων στς συνάξεις (βλ. τν πόλυση τν κατηχουμένων). ντικειμενικά, ο μ βαπτισμένοι δν χουν γκεντρισθε στ Σμα το Χριστο καί, συνεπς, δν εναι δυνατ ν μετέχουν σ συνάξεις πο γίνονται στ νομα το Χριστο

Τέλος, ξηγε γιατί  μαρτία μς ποκλείει π τν σύναξη τς κκλησιαστικς κοινότητας κα γιατί δημιουργε τν νάγκη τς συμφιλίωσής μας μ τ κκλησιαστικ σμα δι τς ξομολόγησης, καθόσον  μαρτία εναι πάντοτε ρνηση  πόκρουση τς γάπης το Θεον  κκλησιαστικ σύναξη εναι φανέρωση κα νσάρκωση ατς τς γάπης. 

Ο πρτοι χριστιανοί, προκειμένου ν περιγράψουν τν εχαριστιακ σύναξη, χρησιμοποιοσαν συχν τν λληνικ ρο «γάπη». Πράγματι,  Θες γάπη στί. Κα  κκλησία το Θεο ποία συνέρχεται «π τ ατ» γι τν Εχαριστία, δν εναι παρ  φανέρωση ατς τς γάπης σ ρισμένο τόπο κα χρόνο.

 εχαριστιακ πόσταση τς κκλησίας

φόσον ο χριστιανο ποτελον μυστηριακ να Σμα, εναι φυσικ  χριστιανικ κοινότητα ν χει διαίτερη φή,  ποία προσδιορίζεται π τν μυστηριακό της χαρακτήρα. πίσης, φόσον τ μυστηριακ ατ Σμα το Χριστο εναι πλήρως κα ξ λοκλήρου παρν σ κάθε εχαριστιακ σύναξη, εναι πολ φυσικ  διάζουσα πόστασή του,  ποία προσδιορίζεται π τν μυστηριακό του χαρακτήρα, ν φανερώνεται πλήρως κα ξ λοκλήρου σ κάθε Θεία Εχαριστία.

Κατ τος πρώτους αἰῶνες, λες ο τυπικς κκλησιαστικς κοινότητες εχαν τν δια δομή. Παντο  λας συγκεντρώνονταν γύρω π ναν πίσκοπο, τν ποο βοηθοσε να σμα πρεσβυτέρων. ργότερα, ποικίλοι λόγοι νάγκασαν τος πισκόπους, ο ποοι μέχρι τότε προΐσταντο πάντοτε ατοπροσώπως σ λες τς κκλησιαστικς συνάξεις, ν πιτρέψουν στος πρεσβυτέρους ν προΐστανται κα ατο σ ρισμένες συνάξεις. στόσο,  πίσκοπος ξακολούθησε ν παραμένει  μοναδικς κα ναμφισβήτητος ρχηγς τς κκλησίας του. 

κόμη κα σήμερα κανένας ερες δν μπορε ν τελέσει γκυρα τν Εχαριστία, ν δν χει ρητ κα προσωπικ ξουσιοδότηση π τν πίσκοπο το τόπου, στν ποο θέλει ν ερουργήσει.

Πς ρμηνεύεται  ξαιρετικ κα μοναδικ ατ θέση το πισκόπου στν κκλησία; ρμηνεύεται π τ γεγονς τι κάθε εχαριστιακ σύναξη εναι οσιαστικ τ Πάσχα, τ ποο  Χριστς συνέφαγε μ τος μαθητές του στ νώγειο. Συνάμα, εναι οσιαστικ  Πεντηκοστή, κατ τν ποία  Θες ξαπέστειλε τ Πνεμα του στος ποστόλους κα μαθητς το Χριστο, ο ποοι σαν συναγμένοι στ περο τς ερουσαλήμ. Σ κάθε εχαριστιακ σύναξη μ τν δύναμη το γίου Πνεύματος  Λόγος το Κυρίου ντηχε κα μεταβάλλει τν ρτο κα τν ονο σ Σμα κα Αμα Χριστο. Κα κενος πο κατέχει στν σύναξη τν θέση πο κατεχε  Χριστς κατ τν Μυστικ Δεπνο εναι  πίσκοπος   ντ' ατο προϊστάμενος πρεσβύτερος. 

Κοντολογς κα σύμφωνα μ τν διδασκαλία το γίου γνατίου το Θεοφόρου,  πίσκοπος εναι γι τ συνηγμένη κκλησία  «εκν» το Θεο «τύπος» το Χριστο «κεφαλ» το κκλησιαστικο Σώματος. ννοεται τι  πίσκοπος εναι λα ατ «μυστηριακς», «ν τ κκλησί» κα χι ξω  περάνω τς κκλησίας, γιατ ξω  περάνω τς κκλησίας δν εναι δυνατ ν πάρξει κεφαλ χωρισμένη π τ σμα. 

Τ λειτούργημα το πισκόπου -κα σ' ατ κριβς γκειται  διαφορά του π τν διακονία το ποστόλου- πρξε πάντοτε λειτούργημα νότητας, συντονισμο κα συνέχειας τς ζως μίας ρισμένης τοπικς κκλησίας. Συνεπς, δν εναι δυνατ ν σκηθε παρ μόνο σ ργανικ συνάρτηση πρς μία συγκεκριμένη κκλησιαστικ κοινότητα. Βέβαια, πάρχουν σήμερα κα στν ρθόδοξη κκλησία ο λεγόμενοι βοηθο πίσκοποι. στόσο, ο τίτλοι τν πισκόπων τος ποίους ποχρεωτικ φέρουν ο βοηθο ατο πίσκοποι μαρτυρον -στω κα κατ' νομα μόνο- τν θεμελιώδη κκλησιολογικ ρχ τι δίχως τν τοπικ κκλησία δν εναι δυνατν ν πάρξει πίσκοπος.

Κεφαλ τς κκλησίας του,  πίσκοπος εναι πίσης  φύλακας κα γγυητς τς στορικς συνέχειας κα τ θεμέλιο τς κκλησίας σ κάθε τόπο.  συνέχεια κα  νότητα ατ ποτελον γνωρίσματα κα τεκμήρια τς μυστηριακς φύσης το κκλησιαστικο ργανισμο. Φανερώνουν τι στν πραγματικότητα δν πάρχει παρ μόνο να Βάπτισμα κα μία μόνη Εχαριστία, πο συνεχίζονται μέσα στν χρόνο π τν ποστολικ ποχ κα τελονται σ συγκεκριμένο τόπο σ λες τς τοπικς κκλησιαστικς κοινότητες. 

πομένως, στν πραγματικότητα δν πάρχει παρ μία μόνη παράδοση κα μία μόνη λήθεια, ο ποες πρέπει ν πιστεύονται π λους, σ κάθε τόπο κα σ κάθε ποχή. Κα τοτο εναι πολ φυσικό, φο δν πάρχει παρ νας μόνος Κύριος κα να μόνο Πνεμα καί, κατ συνέπεια, μία μόνη κκλησία.  συνέχεια τς κκλησίας στν στορία ξασφαλίζεται μ τν λεγόμενη «ποστολικ Διαδοχή»,  ποία εναι μυστηριακ διαδοχ κα συνάμα πιστότητα στν διδαχ τν ποστόλων. 

 νότητα τς κκλησίας φανερώνεται δι τς συμφωνίας τν πίσκοπων, τν φυλάκων κα μαρτύρων τς πίστης τν τοπικν κκλησιν, ο ποες εναι μυστηριακ σότιμες κα διοικητικ συντονισμένες. Στ πλαίσιο το κχριστιανισμένου Ρωμαϊκο Κράτους, ο γειτονικς κκλησίες ντάχθηκαν σ μεγαλύτερες νότητες, τς παρχίες, μ κέντρα ρισμένες μεγάλες πόλεις, ο πίσκοποι τν ποίων λαβαν τν τίτλο το μητροπολίτη  το πατριάρχη. 

Σήμερα ο διαιρέσεις ατς συμπίπτουν συνήθως μ τ πολιτικ  θνικ σύνορα τν διαφόρων ρθοδόξων λαν, πράγμα πο δημιουργε κα τς γνωστς συγχύσεις, ο ποες καταλήγουν δυστυχς σ ληθινς καταχρήσεις. τσι,  ρθόδοξη κκλησία μφανίζεται πρς τ ξω ς μία μοσπονδία θνικν κκλησιν, ν π πλευρς Κανονικο Δικαίου ο διάφορες θνικς  ατοκέφαλες κκλησίες δν εναι παρ παρχίες  μάδες πισκόπων μίας μοναδικς κα διαίρετης κκλησίας. 

Μία διαίτερη εθύνη γι τ διαφύλαξη τς κκλησιαστικς νότητας ναγνωρίσθηκε πολ νωρς π λους στν κκλησία τς Ρώμης, στ πρτο κα στ ρχαιότερο π τ πατριαρχεα.  εθύνη ατ φυσικ δν συνεπάγονταν καμία «οκουμενικ δικαιοδοσία» κα δν εχε σχέση μ κανένα «λάθητο» στ δογματικ τομέα. Καμία τοπικ κκλησία δν εναι δυνατ ν χει παρόμοια προνόμια, γιατ καμία τοπικ κκλησία δν εναι δυνατ ν διαθέτει μυστηριακ χάρη διαφορετικ π τν χάρη τν λλων τοπικν κκλησιν.  λήθεια εναι θεμελιδες γνώρισμα τς ζως το κκλησιαστικο σώματος κα  κκλησία ς Σμα Χριστο εναι λάθητη, γιατ εναι  νας το Θεο το ζντος,  ποος εναι πάντοτε πιστς στν Διαθήκη πο σύναψε μ τν λαό του κα τν ποία σφράγισε μ τ αμα το σταυρωθέντος Υο του.  κκλησία, μως, ς Σμα το Χριστο κα ς Νας το Θεο το ζντος, εναι πλήρως κα ξ λοκλήρου παροσα παντο -πο τελεται  Εχαριστία. 

πομένως, τ λάθητο δν μπορε ν ποτελε διαίτερο γνώρισμα μίας μόνης τοπικς κοινότητας κα κόμη λιγότερο νς μόνου τόμου. Κανένας νθρωπος –οτε κόμη κα ατς  πίσκοπος πο λαμβάνει μ τν χειροτονία τ ποιμαντικ κα διδακτικ χάρισμα τς κκλησίας- δν μπορε ν εναι ς τομο λάθητος. Τ λάθητο εναι γνώρισμα λόκληρης τς κκλησίας, εναι μία διότητα το Θεο ποία μεταδίδεται σ λους κείνους πο δέχονται τ χάρη κα τ ζωή του. 

 πιστότητα, λοιπόν, τς κκλησίας στν διδασκαλία κα στν παράδοση τν ποστόλων εναι καρπς τς χάριτος το Θεο. Πρόκειται γι να θαμα πο φείλεται ξολοκλήρου στν συγκατάβαση το λεήμονος κα φιλάνθρωπου Θεο ποος τηρε πιστ τν πόσχεση πο δωσε στ λαό του τι θ τν διαφυλάσσει πάντοτε ντς τς ληθείας του κα τι θ παραμένει μαζί του πάσας τς μέρας.

 κκλησία κα  κόσμος

 κκλησιαστικ κοινότητα, θεμελιωμένη πάνω στν χάρη κα στν γάπη το Θεο, διαφέρει ντολογικ π κάθε λλη νθρώπινη κοινότητα.  νθρωπος π τν φύση του νήκει σ διάφορες κοινωνικς μάδες. Τν οκογένεια, τ θνος, τν κοινωνική του τάξη. ρισμένες π ατς τς μάδες, πως τν οκογένεια,  Θες τς θέλησε κα τς ελόγησε δη π τν πρώτη στιγμ τς δημιουργίας το νθρώπου. Κα μως κομε τν Χριστ ν διακηρύσσει τι λθε «διχσαι νθρωπον κατ το πατρς ατο κα θυγατέρα κατ τς μητρς ατς κα νύμφην κατ τς πενθερς ατς» κα τι «χθρο το νθρώπου» σονται ο «οκιακο ατο», διότι  «φιλν πατέρα  μητέρα πρ Ατν οκ στιν Ατο ξιος» (Ματθ. 10,35-37). 

Μ τ κήρυγμά του ατό,  Χριστς θέλει ν δείξει τι λες ο φυσικς κοινωνικς μάδες τν νθρώπων πρέπει ν ποταγον στ νέα πραγματικότητα τς Βασιλείας.  ποταγ ατ στν περίπτωση τς οκογένειας σοδυναμε μ νύψωση  κριβέστερα μ ξαγιασμό. Ατ κριβς εναι κα τ νόημα το μυστηρίου το γάμου. 

Στν περίπτωση, μως, λλων φυσικν μάδων σημαίνει μλλον τν ποκατάστασή τους π τν νέα πραγματικότητα τς Βασιλείας το Θεο. Στν κκλησία πάρχουν βεβαίως νδρες κα γυνακες, λλ δν πάρχει πλέον διαφορ μεταξ το νδρα κα τς γυναίκας. Κατ μείζονα λόγο δν πάρχει διαφορ μεταξ ουδαίου κα λληνα, λεύθερου κα δούλου, «πάντες γρ ες σμν ν Χριστ ησο» (Γαλ. 3,28). Ο φυσικς κοινότητες τν νθρώπων μ τς διαφορς κα τς διακρίσεις τους νήκουν στν «παρόντα αώνα» πο καταργεται, ν  κκλησία εναι πραγματικότητα το «μέλλοντος αἰῶνος», το αώνα τς λήθειας κα τς χάρης.

στόσο,  κκλησία μολονότι ποιοτικ νήκει στν «μέλλοντα αώνα», εναι παροσα στν στορία κα κρίνει τν στορία. Μς ζητε ν κολουθήσουμε κα ν φαρμόσουμε π τώρα τος νόμους τς Βασιλείας το Θεο. Γι' ατν κριβς τ λόγο, ο πρτοι χριστιανο τν εροσολύμων πουλοσαν τς περιουσίες τους κα μοίραζαν τ πάρχοντά τους κα «εχον παντα κοιν» (Πρ. 2,44-45).  νέργειά τους ατ δν παγορεύονταν π καμία χριστιανικ κοινωνικ δεολογία, δν ταν να εδος χριστιανικο κομμουνισμο  σοσιαλισμοταν μία αθόρμητη κφραση τς πίστης τους τι μ τ βάπτισμά τους εχαν γίνει πλέον «τέκνα» κα «οκεοι» το Θεο, μέλη τς οκογένειας το Θεο. Δν πρόκειτο, δηλαδή, γι κάποια «χριστιανικ λύση» το κοινωνικο προβλήματος οτε γι τν φαρμογ μίας «χριστιανικς δημοκρατίας», λλ γι τν ποφασιστικ γκατάλειψη τν νόμων το κόσμου τούτου κα γι τν πλήρη φαρμογ το νόμου τς θείας γάπης.

Τ παράδειγμα τν πρώτων χριστιανν τς ερουσαλμ μς δείχνει σαφς τι σκοπς το Εαγγελίου δν εναι -πως συχν νομίζουμε- ν «λύσει» τ ποικίλα προβλήματα πο θέτει κάθε στιγμ  κοινωνία το πεπτωκότος νθρώπου. Τ Εαγγέλιο ρχεται ν θέσει νέα ντελς δικά του προβλήματα κα ν προτείνει νέες ντελς δικές του λύσεις. 

Γι τν λόγο ατό, προτο ναζητήσουμε τν «χριστιανικ λύση» το κοινωνικο  ποιουδήποτε λλου νθρώπινου προβλήματος, εναι παραίτητο ν πιστεύσουμε -μ λη τ σημασία τς λέξης- τ «Εαγγέλιο», τν χαρμόσυνη εδηση πο ναγγέλλει  κκλησία, κα ν δεχθομε τν «χάρη» πο μς προσφέρει  Θες ν Χριστ. Μ λλα λόγια, εναι παραίτητο ν παραδοθομε λόψυχα  κριβέστερα ψυχ τε κα σώματι στν γάπη το Θεο κα ν δεχθομε ν εσέλθουμε δι το γίου βαπτίσματος στν Βασιλεία του, φανέρωση κα νσάρκωση τς ποίας εναι  τοπικ κκλησιαστικ κοινότητα. 

 Χριστιανισμς εναι οσιαστικ μία «κλήση».  Θες καλε τος νθρώπους ν Χριστ γι ν τος σώσει. λλ  κλήση ατ πευθύνεται σ πρόσωπα κα  γιασμς πο χορηγε  Θες στν κκλησία εναι γιασμς προσώπων. Τ μεγαλύτερα κα θλιβερότερα δράματα τς χριστιανικς στορίας φείλονται σ συγχύσεις κα παρεξηγήσεις πο πικράτησαν στν τομέα ατό, διαίτερα στν ποχ το Μεσαίωνα, ταν  κκλησία θέλησε ν κχριστιανίσει κα ν ξαγιάσει τν νθρώπινη κοινωνία προτο ν κχριστιανίσει κα γιάσει λα τ μέλη της.

 ρνηση ατ το Χριστιανισμο ν ξαγιάσει τς φυσικς κοινότητες τν νθρώπων -κτς τς οκογένειας- δν σημαίνει τι ο χριστιανο φείλουν ν διαφορον γι τν κόσμο κα τν πορεία του. Τ ντίθετο μάλιστα. Συχν  προσπάθεια ν ξαγιάσουμε κενο τ ποο δν εναι δυνατ ν ξαγιασθε, μς δηγε σ μία καθαρ παθητικ στάση. Μς δημιουργε τν ντύπωση τι πράττουμε κενο πο πρέπει ν πράξουμε κα τι δν μς πομένει ν κάνουμε τίποτε λλο. λλ ο φυσικς κοινότητες τν νθρώπων -κα γενικ  ζω το νθρώπου στν παρόντα κόσμο- εναι κα θ παραμείνουν μέχρι τν Δεύτερη λευση το Σωτρος Χριστο να πέραντο πεδίο δράσης γι τος χριστιανούς. 

Γι ν χρησιμοποιήσουμε μία γιογραφικ εκόνα, εναι κα θ παραμείνουν τ φύραμα μέσα στ ποο ο χριστιανο πρέπει ν εναι  ζύμη κα τ λας. Τ ργο τς ζύμωσης το φυράματος ατο, τ ργο, δηλαδή, τν χριστιανν στν παρόντα κόσμο, δν πρόκειται ν τελειώσει πρν π τν Δευτέρα Παρουσία το Χριστοταν  Χριστς παρουσιασθε, κάθε χριστιανς θ κριθε νάλογα μ τν ργασία πο θ χει ν πιδείξει στν τομέα το ργου πο  Χριστς το χει μπιστευθε

Εναι, μως, παραίτητο ν χουμε σαφ κα εκριν ντίληψη σχετικ μ τν φύση το ργου, τ ποο φείλουν ν ργασθον ο χριστιανο κατ τν περίοδο ατ τς ναμονς κα τς προσδοκίας το ρχόμενου Κυρίου. λη  ρθόδοξη Παράδοση το Χριστιανισμο εναι σύμφωνη τι τ ργο ατ δν συνίσταται σ μία προσπάθεια ξαγιασμο φηρημένων κα πρόσωπων ννοιν, πως π.χ. το κράτους, τς κοινωνίας, το θνους, το πολιτισμο, τς τεχνικς, λλ γκειται στν προσπάθεια ν δηγηθον στν κκλησία το Θεο παρκτ κα συγκεκριμένα πρόσωπα. Δηλαδή, νθρωποι π σάρκα κα αμα, ετε μέσως μέσω τς εραποστολς, το κηρύγματος το λόγου το Θεο, ετε μμέσως μέσω το γώνα, τν ποο διεξάγουν κάθε στιγμ ο χριστιανο μέσα στν κοινωνία, στ πλαίσιο το παγγέλματος πο σκον, στ περιβάλλον στ ποο ζον, γι ν νοίξουν στος συνανθρώπους τους -στος «πλησίον» τους- τν δρόμο τς χάρης κα τς ζως. 

ρκε ν ρίξει κανες να βλέμμα σ ,τι συμβαίνει σήμερα στν κόσμο, γι ν ντιληφθε πόσο ρθ κα σύμφωνη μ τ πράγματα εναι  ρθόδοξη ατ ντίληψη. Πράγματι,  κατάκτηση κα  μεταμόρφωση το κόσμου, τς ποίας εμαστε σήμερα μάρτυρες, δν γίνεται π φηρημένες ννοιες οτε κν π τν πιστήμη κα τν τεχνική, λλ γίνεται π τ συγκεκριμένα πρόσωπα πο χειρίζονται ατς τς ννοιες, π τος ζωντανος νθρώπους πο χρησιμοποιον τν πιστήμη κα τν τεχνική. π μς τος χριστιανος ξαρτται ν ο συγκεκριμένοι κα ζωντανο ατο νθρωποι θ κατακτήσουν κα θ μεταμορφώσουν τελικ τ σύμπαν στ νομα το Θεο το ζντος κα ληθινο κα σύμφωνα μ τν ληθιν σκοπ το νθρώπου  ν θ τ πράξουν στ νομα δεν μπνευσμένων π τ σοφία κα τ σύνεση το κόσμου τούτου.

Γι ν δηγηθον, μως, ο νθρωποι στν κκλησία, πρέπει  κκλησία ν παρουσιασθε σ ατος μ τν πραγματική της μορφ κα πόσταση, πρέπει, δηλαδή, ν παρουσιασθε ς  κοινότητα  ποία εναι θεμελιωμένη πάνω στν γάπη κα  ποία μπνέεται π τ Πνεμα το Θεο, σύμφωνα μ τς Πράξεις τν ποστόλων.  εθύνη μας ς ρθόδοξων στ σημεο ατ εναι πολ μεγάλη, γιατ πως κριβς πιστεύουμε,  ρθόδοξη κκλησία εναι  μόνη πο διατήρησε μέχρι σήμερα θικτη τν ρχ μις κκλησιαστικς πόστασης κα διάρθρωσης,  ποία πορρέει π τν μυστηριακ χαρακτήρα το κκλησιαστικο σώματος κα δν πέτρεψε ν χαθε  ν μεταβληθε  πόσταση κα  διάρθρωση ατ σ να εδος ποικοδομήματος ξένου πρς τ μυστηριακ φύση το κκλησιαστικο ργανισμο.

λλ ν  πίστη μας ατ εναι ρθή, τότε μες ο ρθόδοξοι εμαστε ο μόνοι ο ποοι κατέχουμε σήμερα τν ληθιν χριστιανικ κκλησιολογία. Κα αθόρμητα τίθεται τ ρώτημα: πς χρησιμοποιομε τν ερ ατ παρακαταθήκη; 

ρκε ν θέσει κανες τ ρώτημα ατό, γι ν ντιληφθε μέσως τ μέγεθος το σκανδάλου. Κομματιασμένοι σ πολυάριθμες θνικς μάδες, διαιρεμένοι σ ναρίθμητες κκλησιαστικς δικαιοδοσίες, καλλιεργώντας περίεργους μεσσιανισμος κα τοπους φυλετισμούς, μ τν θεολογική μας σκέψη σκοτισμένη π δέες πο προέρχονται π τν Προτεσταντισμ  τν Ρωμαιοκαθολικισμ -παρ τος ρητορικος κομπασμος περ αστηρς προσήλωσής μας στν πίστη τς ρχαίας κκλησίας κα τν διδασκαλία τν ρχαίων Συνόδων- διαψεύδουμε καθημεριν τς λπίδες, τς ποες πολλο κ τν μ ρθόδοξων δελφν μας ναποθέτουν σ μς. 


Καί, μως, ν κατορθώναμε ν περνικήσουμε τς ντιζηλίες κα τς ντιθέσεις μας, ν κατορθώναμε ν παλλαγομε π τν θνική μας περευαισθησία κα τος θνικούς μας νταγωνισμούς, ν πετυχαίναμε ν καταργήσουμε τ τελείως ντορθόδοξο σύστημα τν πολλαπλν κα συχν λληλο-ποβλεπόμενων κα λληλο-πολεμούμενων κκλησιαστικν δικαιοδοσιν, ν ποφασίζαμε ν ργανώσουμε τν κκλησιαστική μας ζω κα τν κκλησιαστική μας διοίκηση σύμφωνα μ τος ερος κανόνες, ν γωνιζόμασταν ελικριν παντο που βρισκόμασταν, ν διατηρομε τν ρατ νότητα τς κκλησίας κα ν φανερώνουμε τν ληθιν φύση τς ν Χριστ νωσης κα κοινωνίας, κοντολογίς, ν φαρμόζαμε παντο κα πάντοτε τς ρχς τς ποες θεωρητικ ποστηρίζουμε κα γι τς ποες συχν περηφανευόμαστε κα καυχόμαστε, τότε θ νακαλύπταμε σφαλς τι ο στορικς δοκιμασίες, τς ποες γνώρισε  ρθόδοξη νατολ κα τς ποες καθημεριν πικαλούμαστε γι ν δικαιολογήσουμε τν σημεριν κατάστασή μας κα τν σημερινή μας δυναμία, δν θ ταν παρ μία θαυμαστ προετοιμασία τς ρθοδοξίας π τν Θεία Πρόνοια γι τ μέγα ργο πο χει ν πιτελέσει στν ποχή μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου