Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

π. Γεωργίου Φλωρόφσκι: Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης


+ Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Φλωρόφσκι

Ο Ισίδωρος γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε περί το 435. Το πνευματικό του ήθος (style), όμως, έμοιαζε περισσότερο με εκείνο των Αντιοχειανών. Εκτιμούσε πάρα πολύ τον Άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο, και πήγε με το μέρος του και εναντίον του Θεοφίλου και του Αγ. Κυρίλλου. Ο Ισίδωρος δεν υπήρξε πραγματικός μαθητής του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου - όπως γράφει ο Νικηφόρος Κάλλιστος στην εκκλησιαστική Ιστορία του (14,53) και δεν ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει μαζί του. Σε πολλά, όμως, πράγματα έμοιαζε μ' αυτόν κατά το πνεύμα.
Όταν ήταν ακόμα νέος, ο Ισίδωρος αποσύρθηκε στο μοναστήρι που ήταν κοντά στο Πηλούσιον (Όρος) και έγινε αργότερα ηγούμενος και Ιερέας εκεί. Μερικοί ειδικοί δεν δέχονται ότι ο Ισίδωρος ήταν ο ηγούμενος του μοναστηριού. Στηρίζουν το συμπέρασμά τους σε μια δήλωση του Σευήρου Αντιοχείας και στα έργα του Ισιδώρου. Ο Σευήρος έγράψε ότι σ' ένα γράμμα ενός ασκητή ο Ισίδωρος χαρακτηριζόταν ως «ο σεβάσμιος Ιερέας Ισίδωρος, το θυσιαστήριο τού Χριστού, το δοχείο για την υπηρεσία των Εκκλησιών, το ταμείο του Αγίου Πνεύματος». Το ότι δεν γίνεται καμιά μνεία ότι ο Ισίδωρος ήταν ηγούμενος, θεωρείται ως πειστική απόδειξη ότι δεν ήταν, αλλά στα αποφθέγματα των Πατέρων τον βρίσκουμε να περίγράφεται ως ο «αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης».
Είναι αλήθεια ότι αυτός ο όρος μπορούσε να σημαίνει ότι αυτός ήταν ένας «άββας» με την έννοια ότι ήταν ένας «Πατέρας της ερήμου» ή ένας «Πατέρας των μοναχών». Αλλά μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι ήταν πράγματι ένας ηγούμενος ενός μοναστηρίου. Το γεγονός ότι το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄ και το Συναξάριο δεν χρησιμοποιούν τον τίτλο «αββάς» (ηγούμενος), δεν αποδεικνύει τίποτε. Την πρώτη φορά που ο Ισίδωρος αναφέρεται ειδικά ως ηγούμενος είναι ο έκτος αιώνας από τον Ρωμαίο διάκονο Rusticus. Ήταν ο Rusticus που συγκέντρωσε σαράντα εννέα επιστολές του Ισιδώρου, τις μετέφρασε στα Λατινικά, και τις προσάρτησε ως Παράρτημα στα Πρακτικά της Τρίτης οικουμενικής Συνόδου. Εδώ ο Ισίδωρος αναφέρεται ως doctor ecclesiae (διδάσκαλος της Εκκλησίας) και ως ηγούμενος μοναστηριών περί το Πηλούσιον (abbas monasterii circa Pelusium). Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να απορρίψουμε την πληροφορία του Rusticus.
Το σαφές είναι ότι ο Ισίδωρος ήταν Ιερέας του Πηλουσίου, και ευρέως γνωστός για την πνευματική του ζωή και τη γνώση του για την Αγία Γραφή. Τα ίδια τα έργα του μαρτυρούν ότι ήταν μοναχός, ότι ζούσε μοναστική ζωή και ότι απέκτησε μεγάλη φήμη μεταξύ των ασκητών. Το αv ήταν πράγματι ηγούμενος είναι σε μεγάλο βαθμό ένα ερώτημα χωρίς σημασία. Αναγνωρίστηκε τουλάχιστον ότι ήταν ένας αββάς (ηγούμενος) με την πνευματική έννοια. Ο Άγ. Φώτιος περιλαμβάνει τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη στην ίδια σειρά με τον Άγ. Βασίλειο και τον Άγ. Γρηγόριο τον Ναζιανζινό ως διδάσκαλο της συγγραφικής τέχνης. Ο Άγ. Φώτιος θεωρεί τον Ισίδωρο ως υπόδειγμα της ιερατικής και ασκητικής ζωής.

Οι 2.000 επιστολές του Ισιδώρου υπάρχουν ακόμα. Αυτό το πλούσιο σώμα αλληλογραφίας φανερώνει την προσωπικότητά του, τη θεολογική του γνώση, και την παιδεία του. Αυτός δεν γνωρίζει μόνο την αγία Γραφή αλλά γνωρίζει καλά και τους πρώτους συγγραφείς της Χριστιανικής γραμματείας.
Ο Ισίδωρος έτρεφε ένα μεγάλο σεβασμό για τις κοσμικές επιστήμες, υπό τον όρο αυτές να φωτίζονται από την αλήθεια του Θεού. Δεν υπάρχει τίποτε που να εμποδίζει τους Χριστιανούς από του να τραφούν από τα κείμενα των εθνικών φιλοσόφων, γιατί ο Χριστιανός γνωρίζει τι να πάρει που είναι αληθινή τροφή και τι να απορρίψει. Παραθέτει εκτεταμένα από το Δημοσθένη, τον Πλάτωνα, και τον Αριστοτέλη. Αγαπούσε επίσης πολύ τον Όμηρο. Ο Ισίδωρος είχε ένα ευρείας κλίμακος ενδιαφέρον για κάθε τι το κοσμικό και το Θεϊκό, για κάθε τι που αφορούσε τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε και για κάθε τι που αφορούσε την Εκκλησία μέσα στην οποία βαπτιζόμαστε. Η κρίση του εκφέρεται για τον «κοσμικό» κόσμο όσο και για τον κόσμο της Εκκλησίας.
Οι 2.000 επιστολές του καλύπτουν περίπου τέσσερες δεκαετίες, περίπου από το 393 μέχρι το 433. Αναφέρονται σε πολυάριθμα πρόσωπα και θέματα. Όλες οι προς το παρόν υφιστάμενες συλλογές των επιστολών του Ισιδώρου βασίζονται στη συλλογή που έγινε από το μοναστήρι των Ακοιμήτων στην Κωνσταντινούπολη από το 450 μέχρι περίπου το 550, μια συλλογή που είναι γνωστή ως Corpus Isidorianum. Ο Φακούνδος, Επίσκοπος Ερμιανής μνημονεύει το Corpus στο έργο του Pro defensione trium capitulorum -Υπεράσπιση τών Τριών Κεφαλαίων (Migne, Patrologia Latina 67,573). Ο Σευήρος Αντιοχείας γράφει ότι ο Ισίδωρος έγραψε «σχεδόν τρεις χιλιάδες επιστολές». Υπάρχει προφανώς ανάγκη για μια νέα κριτική έκδοση των επιστολών του Ισιδώρου.
Η επίδρασή του απλώθηκε πάρα πολύ και το κύρος του ήταν πολύ μεγάλο. Οι επιστολές του μαρτυρούν γι’ αυτό. Στις επιστολές του Ισιδώρου εντυπωσιάζεται κανείς από την ανεξαρτησία και την τολμηρότητα της κρίσεώς του. Κατείχε μια εντελώς ανεξάρτητη θέση μέσα στη Νεστοριανική διαμάχη. Αμέσως απέρριψε το Νεστόριο αλλά και δυσαρεστήθηκε με τις ενέργειες του Αγ. Κυρίλλου. Υπενθύμισε στον Αγ. Κύριλλο ότι «η μεροληψία δεν είναι επαγρύπνηση και ότι η αποστροφή είναι τυφλή». Το θέμα έπρεπε να συζητηθεί ήρεμα και αμερόληπτα. Ο Ισίδωρος δεν ήταν βέβαιος ότι ήταν τέτοια η κατάσταση στην Έφεσο.
Ο Ισίδωρος ήταν πιστός στη Χριστολογία της Εκκλησίας και την υπερασπίστηκε εναντίον πλήθους αιρέσεων σε διαφορετικές περιστάσεις. Έγραψε κατά των Αρειανών, τους οποίους θεωρούσε ως τους πιο επικίνδυνους εχθρούς της Εκκλησίας. Ανασκευάζει τους Αρειανούς με μια λεπτομερειακή ανάλυση της Αγίας Γραφής, με την ψυχολογία, και με μια ακριβή εξηγητική μεθοδολογία. Ο Ισίδωρος αναφέρεται στη Σύνοδο της Νικαίας: «Εκείνη την αγία σύνοδο που έγινε στη Νίκαια πρέπει να την ακολουθούμε χωρίς να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε τίποτα γιατί, πληρωθείσα από το Άγιο Πνεύμα, εκείνη η σύνοδος δίδαξε την αλήθεια». Χρησιμοποιεί σταθερά τους όρους ομοούσιος και ομοουσιώτες.
Ο Ισίδωρος έγραψε επίσης κατά των Μανιχαίων, υπερασπιζόμενος την αληθινή ανθρώπινη φύση του Χριστού έναντι των διδασκαλιών τους. «Ο Κύριός μας διάλεξε τη μητέρα του από τους απογόνους του Αβραάμ και προσέλαβε σάρκα από αυτήν. Γι’ αυτό, ο Κύριός μας έγινε στ' αλήθεια άνθρωπος, όμοιος με μας σε όλα εκτός της αμαρτίας».
Οκτώ περίπου επιστολές του Ισιδώρου απευθύνονται στον Αγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας. Σε μια επιστολή κατακρίνει τον Άγ. Κύριλλο για τη συμπεριφορά του στην Έφεσο. «Η μεροληψία δεν είναι επαγρύπνηση και η αποστροφή είναι τυφλή. Αν, λοιπόν, θέλεις να αποφύγεις και τις δυο αυτές μορφές τυφλότητας, μην εντρυφάς σε σφοδρές αρνήσεις αλλά υπόβαλε κάθε κατηγορία που γίνεται εναντίον σου σε δίκαια κρίση. Ο Θεός ο ίδιος, που γνωρίζει τα πάντα πριν γίνουν, συγκατατέθηκε να κατέλθει και να δει την κραυγή των Σοδόμων. Μ’ αυτό μας δίδαξε το μάθημα να κοιτάζουμε από κοντά τα πράγματα και να τα ζυγίζουμε καλά. Πολλοί από τους παρόντες στην Έφεσο μιλούν σατυρικά για σένα ότι είσαι ένας άνθρωπος που έχεις την τάση να παρασύρεσαι από τις προσωπικές σου εχθρότητες και ότι δεν έχεις στην καρδιά σου την υπόθεση του Ιησού Χριστού». Παρά την προειδοποίηση αυτήν, ο Ισίδωρος έγραψε αλλού για να συμβουλεύσει το Άγ. Κύριλλο να μην υποχωρήσει από τη διδασκαλία του, να μην θυσιάσει ούτε την πιο ασήμαντη πλευρά της διδασκαλίας ου. Ο Ισίδωρος έγραψε επίσης στον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο να σταματήσει την επέμβαση της αυλής στο θέμα. Ο Ισίδωρος απέρριπτε και μια «ανάμιξη» των φύσεων και ένα «διαχωρισμό των φύσεων» στο Χριστό. Γράφει για δύο φύσεις και χρησιμοποιεί τους όρους: ένα πρόσωπο και μία υπόσταση έν πρόσωπον και μία υπόστασις».
Στις επιστολές του ο Ισίδωρος αναφέρεται σε δυο έργα που έγραψε. Το έργο του «Λόγος προς Έλληνας» χάθηκε. Το έργο του «Λογίδιον περί τον μη είναι Ειμαρμένην» φαίνεται να είναι το ίδιο με τη μακροσκελή επιστολή του προς Αρποκράτην (Harpocras).
Τα ευδιάκριτα χαρακτηριστικά του Ισιδώρου είναι η ηρεμία και η αμεροληψία. Στις επιστολές του ασχολείται με τα πιο ποικίλα θέματα, κυρίως εξηγητικά. Η ερμηνεία του στην Γραφή υπενθυμίζει τον Άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο. Δεν απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο — και την χρησιμοποιεί ο ίδιος περισσότερο από μια φορά — αλλά επίμονα επικαλείται την προσοχή κατά των ακροτήτων και των παθών. Πρέπει κανείς να αρχίζει με την άμεση και κατά λέξη έννοια της Γραφής και να εξηγεί τα κείμενα με τη συσχέτιση λόγου κα σκέψεως. Οι δυο Διαθήκες είναι αρμονικές μεταξύ τους, άλλα δεν θα πρέπει κανείς να διαβάζει την Καινή Διαθήκη μέσα στην Παλιά. Υπάρχουν διάφορα στάδια της Αποκαλύψεως. Ο Νόμος και οι Προφήτες είναι κατώτερα από τα Ευαγγέλια. Η Παλιά Διαθήκη είναι βαρειά αλλά και γραφική. Η πληρότητα τής αλήθειας και ο νόμος του Πνεύματος είναι μόνο στα Ευαγγέλια. Γι’ αυτό είναι σφάλμα να ζητούμε το Χριστό μέσα στην Παλιά Διαθήκη. Αυτό σημαίνει ότι, με το να βιάζουμε τα κείμενα, αποδίδουμε κακοπιστία στις Άγιες Γραφές. «Και δεν έχει λεχθεί το κάθε τι για το Χριστό, και αν δεν έχει λεχθεί, τότε είναι λάθος να υποθέτουμε ότι έχει λεχθεί».
Ο Ισίδωρος ασχολείται επίσης συχνά με δογματικά θέματα. Μπορεί να μην είναι πρωτότυπος στη σκέψη αλλά σκέπτεται πάντοτε με αυστηρότητα και ακρίβεια, και βρίσκει επιδέξια ακριβείς λέξεις γι’ αυτό. Οι περισσότερες επιστολές ασχολούνται με ηθικά θέματα. Απαντά σε ερωτήσεις για επί μέρους θέματα, πάντα με απλότητα και σαφήνεια. Λέγει πολλά για τον εσωτερικό αγώνα και τη μετάνοια.
Η σεβάσμια μορφή του Ισιδώρου είναι πολύ εντυπωσιακή. Πρώτ' απ’ όλα ήταν ένας διδάσκαλος, και δίνει τη μαρτυρία του με δύναμη. Αλλά η δική του αυθεντία ήταν ελεύθερη και εσωτερική, όχι εξωτερική.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

"Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 313 - 318.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου