Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Χτες σταυρωνόμουν, σήμερα ανασταίνομαι μαζί Του...



του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Χτες σταυρωνόμουν μαζί με τον Χριστό, σήμερα δοξάζομαι μαζί Του.

Χτες γινόμουν νεκρός μαζί Του, σήμερα γίνομαι ζωντανός μαζί Του.

 Χτες θαβόμουν μαζί Του, σήμερα ανασταίνομαι μαζί Του...

Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, γιατί και ο Χριστός έγινε όπως εμείς. 

Ας γίνουμε θεοί γι’ Αυτόν, επειδή κι Εκείνος έγινε άνθρωπος για χάρη μας.

Δέχτηκε το χειρότερο, για να δώσει το καλύτερο. 

Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του φτώχεια.

Έλαβε μορφή δούλου, για να πάρουμε εμείς από Αυτόν την ελευθερία.

Κατέβηκε στη γη, για να υψωθούμε στον ουρανό. 

Δοκιμάστηκε από πειρασμούς, για να νικήσουμε. 

Ατιμάστηκε για να μας δοξάσει. 

Πέθανε για να μας σώσει. 

Ανέβηκε στους ουρανούς για να τραβήξει κοντά Του εμάς που βρισκόμαστε ριγμένοι κάτω με την πτώση στην αμαρτία.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Οι νεκροί φεύγουν, δεν χάνονται! (Κυριακή Γ' Λουκά)


+ Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης
Διονυσίου Ψαριανού
10 Ὀκτωβρίου 1965

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς στὴν πόλη Ναΐν, τότε ποὺ ἀνέστησε τὸ μοναχογιὸ τῆς χήρας μητέρας. Μέσα στὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς τὰ βλέπουμε στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὅτι ἀνέστησε καὶ νεκρούς. Τὸ γιὸ τῆς χήρας, τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τὸ φίλο του τὸ Λάζαρο καὶ τελευταῖα τὸν ἑαυτό του. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως τὸ ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο σήμερα, εἶναι ὁ Κύριος· στὰ χέρια του καὶ στὴν ἐξουσία του εἶναι ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως πρῶτα τὸ Εὐαγγέλιο στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα κι ὕστερα λέμε ὅσα μᾶς δώση νὰ ποῦμε τὸ θεῖο Πνεῦμα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πήγαινε ὁ Ἰησοῦς σὲ μία πόλη ποὺ τὴν ἔλεγαν Ναΐν· καὶ πήγαιναν μαζί του πολλοὶ μαθηταί του καὶ πολὺς κόσμος. Καὶ μόλις πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλεως, νὰ κι ἔβγαζαν ἕναν πεθαμένο, μοναχογιὸ στὴ μητέρα του ποὺ ἦταν καὶ χήρα κι ἦταν μαζί της πολὺς κόσμος ἀπὸ τὴν πόλη. Κι ὅταν τὴν εἶδε ὁ Κύριος τὴ λυπήθηκε καὶ τῆς εἶπε· Μὴν κλαῖς· καὶ πλησίασε κι ἀκούμπησε τὸ χέρι του στὴν κάσσα. Ἐκεῖνοι ποὺ σήκωναν τὸν πεθαμένο σταμάτησαν καὶ ὁ Κύριος εἶπε· Παλληκάρι, σὲ σένα λέω, σήκω ἐπάνω. Καὶ σηκώθηκε καθιστὸς ὁ νεκρὸς μέσ' στὴν κάσσα κι ἄρχισε νὰ μιλάη καὶ ὁ Κύριος τὸν ἔδωκε στὴ μητέρα του. Καὶ τοὺς ἔπιασε ὅλους φόβος καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ κι ἔλεγαν πὼς μεγάλος προφήτης παρουσιάστηκε μεταξύ μας καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸ λαό του.

Το «μη κλαίε» και το «σοι λέγω, εγέρθητι» είναι τα λόγια που πρέπει να ακούσουμε (Κυριακή Γ' Λουκά)


του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

«Μη κλαίε… Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. 7, 14)

α. Μία σκηνή γεμάτη από δραματική ένταση μας προβάλλει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: μία μάνα, χήρα γυναίκα, συνοδεύει το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Μαζί της και πλήθος κόσμου, που συμπαρίσταται στη μάνα και θρηνεί την τραγικότητα της ζωής της. Και ξάφνου αλλάζουν όλα: ο θρήνος μετατρέπεται σε άφατη χαρά. Γιατί; Διότι εμφανίζεται Εκείνος που είναι η πηγή της ζωής, Εκείνος που σπλαχνιζόμενος τη μάνα ανασταίνει το παιδί της και της το παραδίδει ζωντανό και υγιές. Ο λαός μπροστά στο εκπληκτικό γεγονός μένει έκθαμβος, νιώθοντας ότι βρίσκεται μπροστά στην παρουσία του Θεού. Η δοξολογία προς Αυτόν είναι η μόνη αντίδρασή του.

β. 1. Η συνάντηση του Κυρίου με την εξόδιο πορεία στη Ναΐν θα πρέπει να σημειώσουμε καταρχάς ότι δεν είναι τυχαία. Ο Κύριος έρχεται ακριβώς για το πεθαμένο παιδί∙ να το αναστήσει και να το παραδώσει και πάλι στη μητέρα του. Έχει πλήρη επίγνωση, όπως σημειώνουν και οι ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι προεκτείνει εκείνο που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος κατά τον ίδιο τρόπο με τον Κύριο  ανέστησε με τη δύναμη του Θεού το πεθαμένο παιδί μίας χήρας και πάλι γυναίκας, οπότε το περιστατικό εκείνο θεωρείται προτύπωση της νίκης του θανάτου που φέρνει ο Κύριος. Άλλωστε δεν μπορεί να είναι τίποτε τυχαίο στη ζωή του Κυρίου, αφού Εκείνος είναι ο Δημιουργός του κόσμου, το Α και το Ω της ζωής, ο πρώτος και ο έσχατος. Όλα λοιπόν σε  Αυτόν λειτουργούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το σχέδιό Του για τη σωτηρία του ανθρώπου, μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για το πεσμένο στην αμαρτία και υφιστάμενο τις συνέπειές της πλάσμα Του. Πώς λοιπόν να είναι τυχαία η συνάντηση γι’  Αυτόν που μας αποκάλυψε ότι και «αι τρίχες της κεφαλής ημών πάσαι ηριθμημέναι εισί» και ότι αν φροντίζει και το παραμικρότερο αγριόχορτο, πόσο περισσότερο φροντίζει εμάς τους κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του ανθρώπους;

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Από τον θάνατο στην ζωή....


π.λίβυος 

 Η Ανάσταση δεν εξαντλείται απλώς και μόνο σε μια νίκη επί του φυσικού θανάτου, αλλά σε μια μεταμόρφωση της ίδιας της ζωής. 

Με την Ανάσταση δεν νικιέται ο θάνατος αλλά κερδίζει η ζωή. 

Η ζωή στέκεται πλέον στην θέση που της αξίζει, δίχως να την απειλεί κανείς. 

Η ανάσταση δεν έχει ανάγκη από ιστορικές αποδείξεις, γιατί σκοπός της δεν είναι να πείσει το μυαλό αλλά να πλατύνει την καρδιά. Η ανάσταση βιώνεται ως άνοιγμα της ύπαρξης στο αλλιώς, το μυστήριο που συνέχει την ζωή. Δεν είναι νοητική κατανόηση, μα άνοιγμα σε έναν άλλο κόσμο εντός και εκτός μας.

Δεν χρειάζεται να καταλάβεις την ανάσταση, μα να πιστέψεις σε έναν άλλο τρόπο ζωής.

Δεν χρειάζεται να καταλάβεις την ανάσταση, μα να ζήσεις με πάθος και ευχαριστία την ζωή. 

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Άγιος Σίλβεστρος (2 Ιανουαρίου): Ανέστησε ζώο!


του Πρωτοπρεσβυτέρου Παντελεήμονος Κρούσκου
(από ανάρτηση στο faebook)

Καλημέρα! Χρόνια πολλά! Την δεύτερη μέρα του πολιτικού έτους η Εκκλησία τιμά τον άγιο Σίλβεστρο , επίσκοπο Ρώμης, μαθητή των αποστόλων. Στο συναξάρι του, αναφέρεται ένα περιστατικό με έναν μάγο πού σκότωσε με γητείες ένα βόδι. Και προκάλεσε τον άγιο, αν μπορεί να κάνει κάτι αντίστοιχο στο όνομα του Χριστού. Εκείνος απάντησε πώς ο Χριστός δεν θανατώνει, αλλά ζωοποιεί και ανέστησε το ζώο στο όνομα του Χριστού. Αυτή η ιστορία αντανακλά την γνήσια αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο. Όταν το Κακό με εξουσιαστικό και εντυπωσιακό τρόπο κυριαρχεί και εξοντώνει ότι ζωντανό και ωφέλιμο, έρχεται η Εκκλησία με δύναμη αγάπης, για να δώσει την ζωή, την παρηγοριά, την ανάσταση στο όνομα του Χριστού. Αυτή η "κυριαρχία" της ζωής να πληρώνει την ύπαρξη και την πορεία μας! Έχετε θάρρος!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου (βίντεο)


Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος συνομιλεί με τον δημοσιογράφο Χρύσανθο Τσουρούλη στην εκπομπή «60 λεπτά» της τηλεόρασης του ΣΙΓΜΑ, για την επικαιρότητα, την ιστορική ταυτότητα των Ορθοδόξων της Κύπρου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, την οικονομική κρίση, τη νέα τάξη πραγμάτων που θέλουν κάποιοι να επιβάλουν, το εμπόλεμο κλίμα που επικρατεί στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία, την Τουρκία, τη Ρωσία, το Αιγαίο, το Κυπριακό, τα κοινωνικά προβλήματα, τους νέους και τη μεγάλη ανατροπή που έφερε το διαδίκτυο στη ζωή τους, εξηγεί πώς η Εκκλησία θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα εκφέροντας λόγο παρηγοριάς, ειδικά για τον πόνο του σύγχρονου ανθρώπου που οδηγεί στην Ανάσταση.
Δείτε το βίντεο εδώ

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

«Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν» versus «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός»;

thumb
του Δρ. Αθανασίου Μουστάκη, Θεολόγου - Φιλολόγου

Με μεγάλη χαρά ακούσαμε και συνεχίζουμε να ακούμε όλοι μας αυτή την, ως μία ημέρα θεωρούμενη, εβδομάδα, πολλές φορές το άγγελμα της Αναστάσεως μέσα από τους ύμνους και τα τροπάρια. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το γνωστότατο και ιδιαίτερα ευφρόσυνο «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν . . .» το οποίο αποκαλύπτει την εγκαθίδρυση μίας νέας πραγματικότητας στον ταλαιπωρημένο κόσμο μας, αυτήν της Αναστάσεως του Κυρίου.
Χρόνια πολλά το ακούμε συνοδευόμενο από τους ωραιότατους παλαιοδιαθηκικούς στίχους, του 67ου Ψαλμού του βασιλιά Δαβίδ, ο οποίος με πόνο ψυχής, πίστη και αγάπη προς τον Κύριό του, εκφράζει εντονώτατη επιθυμία να δει, να ζήσει την Ανάσταση.
Αυτή την έντονη επιθυμία την εκφράζει με τη χρήση προστακτικής, η οποία, σαφέστατα δεν προστάζει τον Κύριο να αναστηθεί, αλλά φανερώνει τα έντονα συναισθήματα που τον διακατέχουν, τα οποία φρονούμε ότι θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα και ακριβέστερα στην νέα ελληνική με τη χρήση του μορίου «ας», το οποίο εκφράζει ευχή και προτροπή από το «να», το οποίο εκφράζει εντονώτερα την επιθυμία μας, τη βούλησή μας. Η προστακτική ίσως θα ταίριαζε ακριβέστερα στην προστακτική του κειμένου της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα που χρησιμοποιείται από την Εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση θα είχαμε τη μετάφραση «ας αναστηθεί» και στη δεύτερη «να αναστηθεί» ο Θεός.


Διαβάστε τη συνέχεια

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Δικαστική-εμπειρική εξέταση των Ευαγγελίων της Ανάστασης


Δρ. Μαρία Χρ. Αλβανού

Αποδείξεις της Αναστάσεως: μια άλλη αξιολόγηση


Το παρόν πραγματεύεται μια αξιολόγηση των γραφομένων στα Ευαγγέλια και υποστηριχθέντων από τους μαθητές του Χριστού και Αποστόλους σχετικά με την έγερση του Κυρίου από τους νεκρούς. Η εξέταση των γεγονότων έχει την αφετηρία μιας δικαστικής εμπειρικής εξέτασης και ερευνά ειδικά την αξία των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και τα κίνητρα των πράξεων. Και οι δύο παράμετροι αυτές είναι χρήσιμες για να φωτίζουν τα γεγονότα και να βοηθούν στη διαλεύκανση μιας υπόθεσης και στην ανεύρεση της αλήθειας. Μέσα από αυτά τα δύο πρίσματα αξίζει τον κόπο να δούμε τις μαρτυρίες της Ανάστασης, αλλά και ερωτήματα που συχνά προκύπτουν.
Την Κυριακή του Θωμά ερχόμαστε αντιμέτωποι με την «απιστία» ενός των Μαθητών του Κυρίου, ο οποίος ζήτησε απτές, υλικές αποδείξεις της Αναστάσεως του Διδασκάλου του. Τις έλαβε και αξιώθηκε να πει «Ο Κύριός μου και Ο Θεός μου». Ο σύγχρονος άνθρωπος, ίσως περισσότερο από κάθε εποχή, βασίζεται στις αισθήσεις και στη λογική του και ζητά υλικές απτές αποδείξεις για τον Θεό.
Με αυτά τα δεδομένα, το κήρυγμα για την Ανάσταση φαντάζει παράξενο, αφού ο θάνατος παραμένει τραγική πραγματικότητα στη ζωή των ανθρώπων. Παρά μάλιστα την εξέλιξη της ιατρικής, η αιώνια ζωή εξακολουθεί να είναι εξαγγελία της θρησκείας και όχι της επιστήμης. Για τους παραπάνω λόγους η Ανάσταση και δη τα περιγράφοντα αυτήν Ευαγγέλια έχουν υπάρξει αντικείμενο έντονης συζήτησης, αλλά και αμφισβήτησης, ειδικά από αυτούς που αρνούνται να δεχτούν την Ανάσταση του Ιησού Χριστού ως ιστορικό γεγονός.
Η πιο συνηθισμένη αντίδραση όσον αφορά την παραδοχή του Ευαγγελίου της Ανάστασης προκύπτει από τις διαφορές στη διήγηση του πώς και ποιοι απαντούν πρώτοι τον άδειο τάφο, τον Άγγελο που δίδει το μήνυμα της Ανάστασης και τον ίδιο τον Κύριο.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Γιατί μάς είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση;

Μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση, διότι είμαστε επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφία και όχι από την ορθόδοξη θεολογία. Η αρχαία φιλοσοφία, πίστευε στην κατά φύση αθάνατη ψυχή και στο κατά φύση θνητό σώμα, στο οποίο περικλείεται η ψυχή. Και γι’ αυτό μάς είναι πιο φυσικό να πιστεύουμε στην αθανασία της ψυχής παρά στην ανάσταση του σώματος. Διότι όταν λέμε ανάσταση εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, εφόσον οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πιστεύουμε εμείς οι ορθόδοξοι στο θνητοψυχισμό.

«Πιστεύουμε και στην ανάσταση των νεκρών. Γιατί θα γίνει, πράγματι, θα γίνει ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε φυσικά ανάσταση, εννοούμε ανάσταση σωμάτων. Γιατί ανάσταση είναι η δεύτερη ανάσταση του ανθρώπου της πτώσεως· άλλωστε οι ψυχές, ως αθάνατες (κατά χάριν), πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν το θάνατο ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα, οπωσδήποτε η ανάσταση είναι η νέα συνάφεια ψυχής και σώματος και η δεύτερη σύσταση της ζωντανής υπάρξεως που διαλύθηκε στα στοιχεία της και έπεσε. Το ίδιο λοιπόν σώμα που φθείρεται και διαλύεται, το ίδιο θα αναστηθεί άφθαρτο», μας λέει άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Επομένως όταν λέμε ανάσταση νεκρών, εννοούμε ότι οι άνθρωποι θα ξαναπάρουν πάλι το σώμα τους, το οποίο είχε παραδοθεί στη μητέρα γη και είχε διαλυθεί στα «εξ ων συνετέθη» στοιχεία του. Αλλά το αναστημένο σώμα μας θα είναι άφθαρτο και πνευματικό, όπως μας αναφέρει και ο απόστολος Παύλος, λέγοντας στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του: «Δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α’ Κορ. 15, 53).
Διαβάστε τη συνέχεια

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Με την ανάσταση του Χριστού ο θάνατος έφθασε στο τέλος του.



Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

Θάνατος και Απώλεια
Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.),Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.

Ο Γάλλος πάστορας Ρολλάν ντε Κυρί γράφει κάπου, με έναν τρόπο που αποτελεί ίσως μια καλή εικόνα, ότι τη στιγμή που ο άνθρωπος έστρεφε την πλάτη του στον Θεό και κοίταζε το άπειρο μπροστά του, τη στιγμή εκείνη δεν υπήρχε Θεός γι' αυτόν και, καθώς ο Θεός είναι η μόνη πηγή ζωής, δεν γινόταν παρά να πεθάνει. Αυτό σημαίνει ότι στο θάνατο υπάρχει μια τραγωδία. Από τη μια πλευρά ο θάνατος είναι τερατώδης, δεν θα έπρεπε κάν νά υπάρχει, Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της απώλειας του Θεού. Από την άλλη πλευρά όμως, μια, ατέλειωτη διάρκεια χρόνου χωρισμένη από τον Θεό, πολλές χιλιάδες χρόνων ζωής δίχως καμιά ελπίδα ότι θα υπάρξει ένα τέλος σ' αυτόν το χωρισμό από τον Θεό, θα ήταν κάτι το πολύ τρομακτικότερο κι από αυτήν τη διάλυση του σωματικού μας πλαισίου, που αποτελεί ένα τέλος σ' αυτόν το φαύλο κύκλο.
Έτσι, υπάρχει και μία άλλη πλευρά του θανάτου: όσο στενή πύλη κι αν είναι, είναι ωστόσο η μόνη πύλη που μας επιτρέπει να αποδράσουμε από τον φαύλο κύκλο του ατέλειωτου χρόνου μακριά από τον Θεό - ένας κτιστός ατέλειωτος χρόνος, όπου δεν υπάρχει, χώρος για να ξαναγίνουμε μέτοχοι της ζωής του Θεού και τελικά μέτοχοι της Θείας φύσης. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος μπόρεσε να πει: «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος». Επειδή όσο ζω σ' αυτό το σώμα θα είμαι χωρισμένος από τον Χριστό. Γι' αυτό σε ένα άλλο εδάφιο λέγει ότι γι' αυτόν το να πεθάνει δεν σημαίνει ότι απλώς ρίχνει από τους ώμους του την πρόσκαιρη ζωή, σημαίνει ότι ενδύεται την αιωνιότητα. Ο θάνατος δεν αποτελεί ένα τέλος, είναι μια αρχή. Είναι μια πόρτα που ανοίγει και μας εισάγει στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας, που θα ήταν κλειστή για μας για πάντα αν ο θάνατος δεν μας απελευθέρωνε από την ενσωμάτωσή μας στα γήινα πράγματα.
Αυτές οι δυο πλευρές πρέπει να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στο θάνατο. Όταν πεθαίνει κάποιος, νομιμοποιούμαστε να είμαστε συντετριμμένοι. Μπορούμε να παρατηρούμε με τρόμο το γεγονός ότι η αμαρτία σκότωσε το πρόσωπο που αγαπάμε. Μπορούμε να αρνηθούμε το θάνατο ως την τελευταία λέξη, το τελευταίο γεγονός της ζωής. Έχουμε δίκιο όταν κλαίμε πάνω στον κεκοιμημένο, επειδή αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Το πρόσωπο αυτό σκοτώθηκε από το κακό.
Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να χαιρόμαστε επειδή μια νέα ζωή, απεριόριστη, ελεύθερη, άρχισε γι' αυτόν ή γι' αυτήν. Και πάλι, μπορούμε να κλαίμε για τον εαυτό μας, για την απώλεια που νιώθουμε, τη μοναξιά μας, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε τι είχε ήδη προβλέψει και προείπει η Παλαιά Διαθήκη: «κραταιά ως θάνατος αγάπη». Αυτή είναι η αγάπη που δεν επιτρέπει να ξεθωριάσει η μνήμη του αγαπημένου, η αγάπη που μας κάνει να μη μιλούμε για τη σχέση μας με τον αγαπημένο στον αόριστο: «Τον αγαπούσα, ήμασταν τόσο κοντά», αλλά μας κάνει να σκεφτόμαστε στον ενεστώτα: «Τον αγαπώ, είμαστε τόσο κοντά».
Στην Καινή Διαθήκη, βρίσκουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο απ' αυτό. Με την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ουσιαστικά κατεβλήθη. Ο θάνατος έχει καταβληθεί με περισσότερους από έναν τρόπους. Κατεβλήθη, επειδή γνωρίζουμε ότι με την ανάσταση του Χριστού ο θάνατος δεν αποτελεί την τελευταία λέξη και καλούμαστε να εγερθούμε ξανά και να ζήσουμε. Ο θάνατος νικήθηκε επίσης με τη νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας και κατά του ίδιου του θανάτου, με την εις Άδου κάθοδο, επειδή η φρικτότερη άποψη του θανάτου, όπως τη συνέλαβε η Παλαιά Διαθήκη, ήταν ότι ο χωρισμός από τον Θεό, που είχε επιφέρει το θάνατο, είχε γίνει οριστικός, ακατάλυτος από τον ίδιο το θάνατο. Όσοι είχαν πεθάνει -και αυτό εφαρμόζεται σε όλους- όσοι λοιπόν είχαν πεθάνει από την απώλεια του Θεού, Τον έχασαν για πάντα στο θάνατο. Η Σεόλ της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο τόπος όπου δεν υπάρχει ο Θεός, ο τόπος του χωρισμού, της οριστικής και ανεπανόρθωτης απουσίας.
Με την ανάσταση του Χριστού, με την κάθοδό Του στον Άδη, ο θάνατος έφθασε στο τέλος του. Υπάρχει ο χωρισμός πάνω στη γη και ο πόνος του χωρισμού, αλλά με το θάνατο δεν υπάρχει χωρισμός από τον Θεό. Αντίθετα, ο θάνατος είναι η στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο, όσο κι αν ήμασταν χωρισμένοι από τον Θεό, όσο κι αν ήμασταν ατελώς ενωμένοι ή εναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του. Ο Θεός είναι ο σωτήρας του κόσμου. Δεν μας λέει συνεχώς, «Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμο, αλλ' ίνα σώσω τον κόσμον»; Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά σ' Αυτόν, που είναι η σωτηρία.
Έτσι, ο θάνατος διαθέτει μια περιπλοκότητα -θα μπορούσαμε ίσως να πούμε έναν διφορούμενο χαρακτήρα-, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα, αν είμαστε λαός του Χριστού, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραβλέψει τη γέννηση του κεκοιμημένου στην αιωνιότητα, επειδή είμαστε τόσο πληγωμένοι από την απώλεια και από τη γήινη μοναξιά μας. Υπάρχει στο θάνατο και μια δύναμη της ζωής που μας εγγίζει. Αν η αγάπη μας είναι πιστή, αν έχουμε τη δύναμη να θυμόμαστε, όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με την καρδιά μας, αυτούς που έχουμε αγαπήσει πάνω στη γη, τότε, σύμφωνα με τον Χριστό: «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».
Είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να μιλούμε για τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, αν αυτά δεν είναι προσωπικά. Συναντούμε το θάνατο πρώτα απ' όλα στη ζωή μας, όχι ως ένα θέμα πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε, αν και συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα κάποιας απώλειας, δικής μας ή κάποιου άλλου. Μάλιστα, αυτή η υποκατάστατη εμπειρία του θανάτου είναι που λειτουργεί ως υπόβαθρο για να στοχαζόμαστε εκ των υστέρων πάνω στη βεβαιότητα του δικού μας θανάτου, και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μ' αυτόν.
Ο πατέρας μου ήταν ένας ντροπαλός άνθρωπος. Μιλούσε λίγο, και έτσι μιλούσαμε λίγο και μεταξύ μας. Ανήμερα το Πάσχα αισθάνθηκε λίγο αδιάθετος και ξάπλωσε. Κάθισα κοντά του και για πρώτη φορά στη ζωή μας μιλήσαμε τελείως ανοιχτά. Δεν ήταν τόσο τα λόγια μας που ήταν σημαντικά. Ήταν ένα άνοιγμα του μυαλού και της καρδιάς. Οι πόρτες άνοιξαν. Η σιωπή ήταν τόσο ανοιχτή και βαθιά όσο και οι λέξεις.
Κατόπιν έπρεπε να φύγω. Χαιρέτησα όλους όσοι ήταν στο δωμάτιο, αλλά όχι αυτόν, επειδή αισθάνθηκα πως, έχοντας συναντηθεί με τον τρόπο που είχαμε συναντηθεί, δεν ήταν δυνατό να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο. Δεν υπήρξε χαιρετισμός. Δεν υπήρξε καν ένα «εις το επανιδείν», επειδή είχαμε συναντηθεί, και αυτό ήταν για πάντα.
Πέθανε την ίδια νύχτα. Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία». Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει: «και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».
Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια.