Πηγή: agiazoni.gr
(Πρόκειται γιὰ εἰσήγηση τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννη Μέγιεντορφ (1926-1990), σπουδαίου πατρολόγου καὶ ἱστορικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, στὸ θεολογικὸ Συνέδριο «Ἔφεσος» ποὺ συνῆλθε τὸ θέρος τοῦ 1961 στὴν Ἁγία Παρασκευὴ Ἀττικῆς καὶ εἶχε ὡς θέμα «Ἡ Ἐκκλησία Σῶμα Χριστοῦ». Τὸ κείμενο παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλο καὶ ἡ γλωσσικὴ ἐπιμέλειά του στὴ δημοτικὴ ἔγινε ἀπὸ τὸν Σταῦρο Γιαγκάζογλου.)
«Οὗ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18,20). Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα ἐκκλησιολογικὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Διδάσκουν σαφῶς ὅτι ἡ σύναξη τῶν πιστῶν, ἡ συγκέντρωση ἑνὸς ἀριθμοῦ χριστιανῶν, ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἔχει σημασία ἂν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ποὺ συγκεντρώνονται εἶναι μικρὸς ἢ μεγάλος. ἐκεῖνο ποὺ ἔχει πράγματι σημασία εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς σύναξης. Ἐφόσον μία σύναξη γίνεται «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», παύει νὰ εἶναι ἁπλὴ συνάθροιση ἀνθρώπων καὶ γίνεται ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, πραγμάτωση τῆς ἀρχαίας προφητείας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς θὰ σκηνώσει ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ του καὶ «αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἔσται μετ' αὐτῶν, ὁ Θεὸς αὐτῶν» (Ἀπ. 21,3. Ἰεζ. 43,7).
Τὸν ἀντικειμενικὸ αὐτὸ χαρακτήρα τῆς σύναξης τῶν χριστιανῶν τονίζουν μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμονὴ ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος π.χ. γράφει πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου: «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ, καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοία ὑμῶν τῆς πίστεως. Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ πᾶς πόλεμος καταργεῖται ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων» (Ἰγνάτιος πρὸς Ἐφεσίους, ΧΙΙΙ).
Κατὰ τὴν ἀντίληψη, λοιπόν, τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου καὶ τῶν συγχρόνων του, ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη τῶν χριστιανῶν εἶναι πρωτίστως τὸ ἀντικειμενικὸ σημεῖο τῆς εἰρήνης, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποκατέστησε μεταξὺ Αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ του ἐν Χριστῷ καὶ στὴν ὁποία καλεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνήσουν. Καὶ ἡ μετοχὴ στὴ σύναξη αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία πράξη χρήσιμη γιὰ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία τοῦ καθενός, ἀλλὰ εἶναι κυριολεκτικὰ συμμετοχὴ στὸν ἀγώνα ποὺ διεξάγει ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Ἐναντίον ἐκείνου ποὺ σπέρνει τὴ διαίρεση καὶ τὸ μῖσος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ κατορθώνει νὰ διατηρεῖ τὴν ἄδικη καὶ παράνομη ἐξουσία του πάνω στὸν κόσμο χάρη στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ θάνατο.
Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἐξηγεῖ γιατί ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἡ Ἐκκλησία θεώρησε τὴ συμμετοχὴ στὴν κοινὴ σύναξη ὡς οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ ζωῆς καὶ γιατί, παρὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων, ἐξακολούθησε νὰ παραμένει αὐστηρὰ προσηλωμένη στὴν ἀρχὴ τῶν τακτικῶν λατρευτικῶν συνάξεων. Ὅταν ὁ Χριστιανισμὸς κηρύχθηκε religio illicita, δηλαδὴ ἀπαγορευμένη θρησκεία, δὲν ἀπέβαλε, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, τὸν κοινοτικό του χαρακτήρα καὶ δὲν μεταβλήθηκε σὲ μία ἀτομικὴ θρησκεία. Μία τέτοια θρησκευτικὴ πίστη, ἡ ὁποία δὲν θὰ συνεπαγόταν κανένα σοβαρὸ κίνδυνο γιὰ τοὺς ὀπαδούς της ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἦταν ἀνεκτὴ ἀπὸ τὸ Ρωμαϊκὸ Κράτος. Καὶ ὅμως, πόσο θὰ ἁπλοποιοῦνταν τὰ πράγματα γιὰ τοὺς διωκόμενους χριστιανούς, ἂν ἀποφάσιζαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς συνάξεις τῆς Κυριακῆς, οἱ ὁποῖες τόσο εὔκολα μποροῦσαν νὰ προδοθοῦν ἢ νὰ ἀποκαλυφθοῦν καὶ ἂν ἀρκοῦνταν σὲ ἕναν «πνευματικὸ» σύνδεσμο μεταξύ τους! Ἀλλὰ τίποτε παρόμοιο δὲν συνέβη. Παρὰ τὴν σκληρὴ καταδίωξη καὶ τὶς τρομερὲς τιμωρίες, οἱ χριστιανοὶ ἐξακολούθησαν νὰ συνέρχονται τακτικὰ «ἐπὶ τὸ αὐτό». Καὶ ὁ λόγος τῆς ἐπιμονῆς τους αὐτῆς ἦταν ἡ πίστη ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι πρώτιστα συγκεκριμένη συμμετοχὴ στὴ ζωὴ μίας ὁρατῆς καὶ ἁπτῆς μυστηριακῆς κοινότητας, μία συμμετοχὴ ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται κανενὸς εἴδους «πνευματοποίηση». Μὲ ἄλλα λόγια, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανὸς εἶναι συνώνυμο μὲ τὸ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο, γιὰ νὰ εἶναι κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ παραδέχεται μία ὁρισμένη κοσμοθεωρία ἢ νὰ ἀγωνίζεται εἰλικρινὰ γιὰ νὰ μεταβάλει τὸν ἀτομικό του τρόπο σκέψης καὶ ζωῆς ἢ ἔστω νὰ ἀνήκει ἀόριστα σὲ μία ἀφηρημένη καὶ ἀπρόσωπη ὀργάνωση. Χρειάζεται, κυρίως, νὰ εἶναι ἐνταγμένος ψυχῇ τε καὶ σώματι σὲ μία συγκεκριμένη τοπικὴ κοινότητα, νὰ μετέχει νόμιμα καὶ ἐνεργητικὰ στὴ ζωή της, νὰ εἶναι μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης ὁ «πλησίον» τῶν ἀδελφῶν του, ὁ «πλησίον» τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ ἀποτελοῦνται, ὅπως καὶ αὐτός, ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα.
Πράγματι, ὅταν ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ κηρύξει τὴν ἔναρξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ, νὰ ἀναγγείλει τὸν ἐγκαινιασμὸ τῆς νέας πραγματικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἔκανε λόγο γιὰ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μία ἀόριστη ἀγάπη τῆς ἀνθρωπότητας. εἶναι ἡ προσωπικὴ ἀγάπη τῶν συγκεκριμένων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔταξε ὡς πλησίον μας.
Εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἀγαπᾶ κάποιος ὅσους βρίσκονται μακριά του ἢ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει παρὰ μόνο λίγες τυπικὲς σχέσεις. Ὡστόσο, συχνὰ χρειάζεται ἀγώνας γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε τὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονται κυριολεκτικὰ γύρω μας, τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους εἴμαστε ὑποχρεωμένοι κάθε στιγμὴ νὰ ἐρχόμαστε σὲ ἐπαφὴ καὶ σὲ σχέση.
Ἀντίθετα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον, τὴν ὁποία δίδασκε τὸ Λευϊτικὸν καὶ τὴν ὁποία ἐφάρμοζαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖτες, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν γνωρίζει καμία διάκριση καὶ δὲν ἀποκλείει κανέναν. Ὅταν ὁ Κύριος ρωτήθηκε ποιόν πρέπει νὰ θεωροῦμε ὡς πλησίον μας, ἀπάντησε μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ὑποδεικνύοντας ὡς πρότυπο ἀληθινῆς ἀγάπης τοῦ πλησίον τὸν ἐκπρόσωπο ἑνὸς λαοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο κάθε καλὸς Ἑβραῖος τῆς ἐποχῆς του αἰσθανόταν ὄχι ἁπλῶς μῖσος, ἀλλὰ σχεδὸν φυσικὴ ἀπέχθεια.
Ἑπομένως, οἱ χριστιανοὶ καλοῦνταν νὰ ἀποτελέσουν μία κοινότητα, ἡ ὁποία θὰ ὑπερβαίνει κάθε φραγμὸ φυλῆς, συμφέροντος ἢ προσωπικῶν αἰσθημάτων. Ἡ κοινότητα αὐτὴ θὰ εἶναι θεμελιωμένη, ὄχι σὲ φυσικὲς ἀξίες ἢ στὴν προσωπικὴ συμπάθεια, ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὄντως, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι χάρη καὶ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀγάπη, ἀλλὰ εἶναι ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο του, ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία τὰ πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος ἀγαπῶνται μεταξύ τους. Αὐτὴν τὴν ἀγάπη του ὁ Θεὸς μεταδίδει σὲ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ «εὐαγγέλιό» του καὶ ἐνσωματώνονται στὸ «σῶμα» τοῦ σαρκωθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ του. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος ὀνομάζει τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη «καρπὸν τοῦ Πνεύματος» (Γαλ. 5,22) καὶ διδάσκει ὅτι σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ κόσμου τούτου, τὰ ὁποῖα ἀλλοιώνονται καὶ παρέρχονται, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α' Κορ. 13,8).