Του Ομ. Καθηγητού
Ιωάννου Καραβιδοπούλου
Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς προέρχεται ἀπό τή Β΄ πρός
Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ.Παύλου καί ἀναφέρεται ἀφενός μέν στή
διαλεκτική ἀντίθεση μεταξύ φαινομένων
καί πραγματικότητας τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἀφετέρου στή σωτηριολογική ἀξία τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα σέ
μετάφραση εἶναι τό ἑξῆς:
«Ἀδελφοί, συνεργάτες
τοῦ Θεοῦ καθώς εἴμαστε, σᾶς παρακαλοῦμε νά μήν ἀφήσετε νά πάει
χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού δεχτήκατε,
γιατί ἡ Γραφή λέει: Στόν
καιρό τῆς χάρης σέ ἄκουσα, καί τήν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σέ
βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δέν φέρνουμε σέ κανένα,
γιά νά μή δυσφημηθεῖ τό ἔργο μας. Ἀντίθετα, μέ κάθε τρόπο συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας ὡς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ: μέ τή μεγάλη ὑπομονή μας, μέ τίς
θλίψεις, μέ τίς δυσχέρειες, τίς στενοχώριες, τίς κακοποιήσεις, τίς φυλακίσεις,
τίς ἐναντίον μας ἐξεγέρσεις, τίς
ταλαιπωρίες, τίς ἀγρύπνιες, τήν πείνα. Συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν ἐντιμότητα, τή
γνώση τῆς ἀλήθειας, τήν ἀνεκτικότητα, τήν
καλοσύνη, τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη, μέ τό κήρυγμα γιά τήν ἀλήθεια, μέ τή
δύναμη τοῦ Θεοῦ, μέ τά ὅπλα τῆς σωτηρίας τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα καί ἀτίμωση, δυσφήμηση
καί ἔπαινο. Μᾶς θεωροῦν λαοπλάνους, καί ὅμως λέμε τήν ἀλήθεια· μᾶς ἀγνοοῦν καί ὅμως γινόμαστε
γνωστοί· φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε· μᾶς βασανίζουν, ἀλλά δέν πεθαίνουμε· μᾶς προξενοῦν στενοχώριες κι ὅμως πάντοτε χαιρόμαστε· εἴμαστε φτωχοί,
κάνουμε ὅμως πολλούς νά πλουτίσουν· τίποτα δέν ἔχουμε καί τά πάντα
κατέχουμε» (Β΄ Κορ 6,1-10).
Α. Θά σταματήσουμε πρῶτα στήν πτυχή τῶν ἀντιθέσεων πού ἰσχύουν γιά τή ζωή τῶν ἀποστόλων καί κατ’ ἐπέκταση γιά τή ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Τή ζωή αὐτή χαρακτηρίζει μία διαλεκτική ἀντίθεση ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού νομίζουν οἱ πολλοί καί σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τήν ἐσωτερική
πραγματικότητα καί τό προσωπικό βίωμα τοῦ ἀποστόλου ἀλλά καί τοῦ πιστοῦ. Τό «ὡς ἀποθνήσκοντες καί ἰδού ζῶμεν» (φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε) δείχνει ἀπό τή μία μεριά τή
σχέση τοῦ χριστιανοῦ μέ τή ζωή τοῦ κόσμου καί ἀπό τήν ἄλλη τή συμμετοχή
του σέ μία ἄλλη ποιότητα ζωῆς. Ἡ ἀπονέκρωση τῶν ἐγωϊστικῶν ἐπιθυμιῶν, ἡ παραίτηση ἀπό αὐτονόητα
δικαιώματα, ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπό ὑλικά συμφέροντα
μπορεῖ νά παρουσιάζουν
τόν χριστιανό σάν νεκρό ἔναντι τοῦ κόσμου, ἀλλά ἡ νέκρωση αὐτή δέν εἶναι παρά ἐξωτερική. Μέσα ἀπό αὐτή τή νέκρωση προβάλλει μία ζωή πού τροφοδοτεῖται ἀπό τό λόγο καί τό
Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μία δύναμη ζωῆς πού κάνει τόν
χριστιανό νά ἀντιμετωπίζει
«στενοχώριες» ἀλλά νά μή
καταβάλλεται, νά λυπᾶται γιά ὅσα δυσάρεστα συμβαίνουν μέσα στόν κόσμο ἀλλά καί νά χαίρει
γιατί γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός εἶναι Κύριος τῆς ἱστορίας πού ἔχει τόν τελευταῖο λόγο, νά εἶναι φτωχός ἀπό ὑλικά ἀγαθά ἀλλά συγχρόνως νά κάνει πλούσιους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του
μέ τήν ἀγάπη του, μέ τή
ζωή του, μέ τή θυσία του. Τέλος ἡ δύναμη τῆς ζωῆς πού σφύζει μέσα του τόν κάνει, ἐνῶ δέν ἔχει φαινομενικά
τίποτε, στήν οὐσία «νά κατέχει τά
πάντα». Στά πάντα πρέπει νά ἐννοήσουμε τόν ἀπέραντο πλοῦτο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς βασιλείας τῆς ἀγάπης.
Γιά τόν χριστιανό ὅμως πού διαβάζοντας τά παραπάνω διαπιστώνει ὅτι δέν διαθέτει τά
περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, ὁ Παῦλος δέν ἀπευθύνει ἀπειλές θείας τιμωρίας ἀλλά μήνυμα ἀφυπνίσεως καί προσκλητήριο μετανοίας. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς ὁδηγεῖ στό δεύτερο σημεῖο πού θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε στήν
ἀποστολική
περικοπή.


