Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαθρέλλος Δημ. πρεσβ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαθρέλλος Δημ. πρεσβ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Οι τρεις Ιεράρχες και η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού


Οι Τρεις Ιεράρχες και η συνάντηση Χριστιανισμού κι Ελληνισμού*

ομιλία του π.Δημητρίου Μπαθρέλλου



Σεβασμιώτατε,
Κύριοι Βουλευτές,
Κύριε Νομάρχη,
Κύριοι Διευθυντές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,
Κύριοι Δήμαρχοι,
Κύριοι Εκπαιδευτικοί,
Κυρίες και Κύριοι


   Συγκεντρωθήκαμε απόψε στο χώρο αυτό, για να τιμήσουμε τη μνήμη των τριών Ιεραρχών: του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, των ανθρώπων δηλαδή εκείνων οι οποίοι δικαιολογημένα θεωρούνται ως οι προστάτες της παιδείας, ή, πιο συγκεκριμένα, των ελληνικών και χριστιανικών γραμμάτων. Ο αποψινός εορτασμός οφείλεται στη βαθύτατη επίδρασή των τριών Ιεραρχών στην παιδεία, και γενικότερα στην πνευματική πορεία του ελληνισμού και του χριστιανισμού. Το ότι όμως τους εορτάζουμε και τους τιμάμε, και μάλιστα με τόσο μεγάλη λαμπρότητα, φανερώνει και τη δική μας πίστη σε δύο πράγματα. Πρώτον στην αξία της παιδείας, όχι μόνο, ή ενδεχομένως, όχι τόσο ως απόκτησης χρήσιμων για την επαγγελματική και οικονομική μας αποκατάσταση τεχνικών δεξιοτήτων, αλλά και ως καλλιέργειας του όλου ανθρώπινου προσώπου. Της παιδείας την οποία υπηρετούν οι εκπαιδευτικοί μας, και προς την οποία δικαιολογημένα προσανατολίζονται οι ελπίδες μας για το μέλλον. Δεύτερον, ο αποψινός εορτασμός φανερώνει την πεποίθησή μας πώς ο συνδυασμός ελληνικής παιδείας και χριστιανικής πίστης που πραγματοποίησαν οι τρεις Ιεράρχες αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη και για τη σύγχρονη εποχή.
   Σε τι όμως, πιο συγκεκριμένα, συνίσταται η συμβολή των τριών Ιεραρχών; Ποια είναι η σημασία της όχι μόνο για την Ελλάδα του χθες, αλλά και για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, όπως επίσης και για ολόκληρη την σημερινή ανθρωπότητα; Το ερώτημα αυτό είναι καίριο, διότι, εάν η μελέτη της ζωής και του έργου των τριών Ιεραρχών έχει κάποια αξία και για μάς σήμερα, δεν είναι επειδή θα μάς ικανοποιήσει ενδεχομένως κάποια ιστορική περιέργεια σχετικά με το παρελθόν μας, αλλά επειδή μπορεί, και στη σημερινή εποχή, να μάς διευκολύνει στο να κατανοήσουμε καλύτερα το Θεό, τον κόσμο και τον ίδιο τον εαυτό μας, και να πάρουμε κάποια χρήσιμα μηνύματα για το μέλλον μας.
Στην αποψινή ομιλία μου δεν πρόκειται να αναφερθώ με λεπτομέρειες στη ζωή και το έργο των τριών Ιεραρχών. Πληροφορίες για το θέμα αυτό μπορεί εύκολα να αντλήσει ο καθένας μας ανατρέχοντας σε κάποιο βιβλίο βυζαντινής ιστορίας ή ακόμα και σε κάποια εγκυκλοπαίδεια. Θα ήθελα αντιθέτως να εστιάσω την προσοχή μας στη συμβολή των τριών Ιεραρχών όσον αφορά την πραγματικά κοσμοιστορική συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, μια συνάντηση που σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιήθηκε αλλά και ωρίμασε στην εποχή τους, δηλαδή στον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα, και η οποία καθορίζει την ιστορία μας και τη ζωή μας μέχρι και σήμερα.

   Ο χριστιανισμός, όπως γνωρίζουμε, προήλθε από την πολιτιστική και θρησκευτική μήτρα του ιουδαισμού. Ο Χριστός ήταν ο Μεσσίας για τον οποίο είχαν μιλήσει οι προφήτες, αυτός τον οποίον ανέμενε επί αιώνες ο λαός της Παλαιάς Διαθήκης ως σωτήρα και λυτρωτή. Μετά το θάνατο του Χριστού, την Ανάστασή του και την Πεντηκοστή, η πρώτη χριστιανική Εκκλησία συγκροτείται στην πόλη των Ιεροσολύμων και αποτελείται από εξ ιουδαίων χριστιανούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να πηγαίνουν στις Ιουδαικές συναγωγές, και να λατρεύουν το Θεό στον ιουδαικό Ναό των Ιεροσολύμων. Ήδη βέβαια, όπως γνωρίζουμε, πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού ο ιουδαισμός είχε έρθει σε επαφή με τον ελληνισμό – να θυμίσω σχετικά την περίφημη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά τον τρίτο αιώνα προ Χριστού, η οποία είναι γνωστή ως η μετάφραση των εβδομήκοντα, και η οποία παραμένει ως σήμερα το επίσημο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, παρά τις ιουδαικές του καταβολές, ο χριστιανισμός επρόκειτο πολύ σύντομα να βγει από τα στενά όρια του Ιουδαισμού και να απευθυνθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χριστιανική πίστη ήταν κάτι το καινούργιο, που είχε από την αφετηρία του, παγκόσμια, οικουμενική προοπτική. Ο Θεός των χριστιανών είναι Θεός όλων των ανθρώπων, θέλει, όπως μάς λέει το ευαγγέλιο, όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έλθουν στην επίγνωση της αλήθειας. Ο ίδιος ο Χριστός, μετά την Ανάστασή του, είπε στους αποστόλους του, ‘πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει’, πηγαίνετε να κηρύξετε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Πιστοί στην εντολή του Χριστού, οι πρώτοι μαθητές του πολύ σύντομα μετέφεραν το χριστιανικό μήνυμα έξω από τα εθνικά, θρησκευτικά, και γεωγραφικά όρια του ιουδαισμού. Για λόγους όμως που είναι γνωστοί μόνο στην πρόνοια του Θεού, η χριστιανική πίστη δεν εξαπλώθηκε ιδιαίτερα, για παράδειγμα, στη νότια Αφρική ή την ανατολική Ασία. Αντιθέτως, ήδη από τις πρώτες μεταχριστιανικές δεκαετίες, η χριστιανική Εκκλησία εξαπλώνεται με ιδιαίτερη επιτυχία στον λεγόμενο Ελληνορωμαικό κόσμο. Στον κόσμο αυτό η ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία, τέχνη, και θρησκευτικότητα ήταν κυρίαρχες. Ο χριστιανισμός επρόκειτο να συναντήσει τον ελληνισμό, μέσα από μια συνάντηση σωτήρια για τον δεύτερο και γόνιμη για τον πρώτο.
   Οι τρεις πρώτοι βέβαια χριστιανικοί αιώνες ήταν αιώνες αργής και μαρτυρικής ανάπτυξης της χριστιανικής Εκκλησίας, την οποία συγκλόνιζαν κατά καιρούς τοπικοί ή γενικότεροι διωγμοί. Αυτοί ήταν οι αιώνες όχι τόσο της θεολογικής μαρτυρίας όσο του χριστιανικού μαρτυρίου, της μέχρι θανάτου δηλαδή πιστότητας στην ευαγγελική αλήθεια. Από τον τέταρτο όμως αιώνα και μετά, καθώς ο χριστιανισμός καταρχάς νομιμοποιείται και στη συνέχεια μετατρέπεται σε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός, τα δύο αυτά κορυφαία πολιτιστικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής, έρχονται σε στενότερη επικοινωνία, και μάλιστα μέσα σε ένα κόσμο εθνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής, και θρησκευτικής πανσπερμίας, ο οποίος δεν διαφέρει ίσως από την άποψη αυτή και τόσο πολύ από τον δικό μας.