Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανουσάκης Παντελεήμων Αρχιμ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανουσάκης Παντελεήμων Αρχιμ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, με το δάκτυλο υψωμένο δείχνοντας προς τον Χριστό!




Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, με το δάκτυλο υψωμένο δείχνοντας προς τον Χριστό! 

Γράφει, ειδικά για το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ, 
ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης, Ph.D., Καθηγητής Φιλοσοφίας. 
Σας προτείνουμε να μελετήσετε το εν λόγω, πολύ ενδιαφέρον, κείμενό του!!! 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, με το δάκτυλο υψωμένο δείχνοντας προς τον Χριστό


Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, Ph.D., Καθηγητού Φιλοσοφίας



Για το Νυχθημερόν και τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Από σήμερα, Κυριακή προ των Φώτων, μέχρι και την επομένη των Θεοφανίων, κεντρική μορφή στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας αναδεικνύεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η σύναξη του οποίου εορτάζεται την επομένη των Φώτων, ως υπηρέτου του μυστηρίου της βαπτίσεως του Κυρίου. Για τον αγ. Ιωάννη η πιο συστηματική θεολογική μελέτη στην Ορθόδοξη γραμματεία είναι ίσως αυτή του πατρός Σεργίου Μπουλγκάκωφ (Sergius Bulgakov), τιτλοφορούμενη Ο Φίλος του Νυμφίου, έργο το οποίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο της αποκαλουμένης ελάσσονος τριλογίας.[1] Τις λίγες σκέψεις που ακολουθούν για το πρόσωπο του αγ. Ιωάννου του Προδρόμου τις δανειζόμαστε από την μελέτη μας για την εσχατολογία στο έργο του Γερμανού θεολόγου και μάρτυρος Dietrich Bonhoeffer.[2] Εκ πρώτης όψεως ίσως να φανεί παράταιρη η διακειμενική προσέγγιση των δύο αυτών μορφών: τί το κοινό μπορεί να έχουν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Dietrich Bonhoeffer; 
          Η θέση που υποστηρίξαμε στην εν λόγω μελέτη, και την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα Ελληνικά εδώ, βρίσκει στο πρόσωπο του Προδρόμου την ακριβή και εύγλωττη ενσάρκωση μια έννοιας, την οποία χρησιμοποιεί ο Γερμανός θεολόγος, προκειμένου να ασκήσει κριτική σε όσους συναδέλφους του είχαν σπεύσει να δανείσουν ένα θεολογικό δεκανίκι στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία της εποχής τους. Ή έννοια αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί με τον νεολογισμό τοπροθύστατο (das Vorletzte, the penultimate), καθότι βρίσκεται σε αξιολογική (και όχι μόνο χρονική) σχέση προ του ύστατου και του εσχάτου. Η προτεσταντική θεολογία, που είχε θέσει εαυτήν στην κρατική υπηρεσία της φασιστικής ιδεολογίας που εκπροσώπησε η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία, προσπάθησε να καθαγιάσει εγκόσμιες δομές όπως το κράτος, το έθνος, ο γάμος και η εργασία θεωρώντας τες αναπόσπαστα στοιχεία της δημιουργίας (Schöpfungsordnungen). Το επιχείρημα ήταν πως, αν οι προαναφερόμενοι θεσμοί ήσαν μέρος της δημιουργίας, τότε δεν θα μπορούσαν παρά να θεωρηθούν ως εγγενώς καλοί. Ο Bonhoeffer αντέταξε σε αυτό το επιχείρημα την θέση ότι οι ενδοκοσμικές δομές όπως το έθνος, ο γάμος και η εργασία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απολυτοποιηθούν, αφού αντλούν το νόημά τους μόνον σε σχέση με το έσχατο. Η αξία τους, δηλαδή, είναι σχετική και κρίνεται από τον βαθμό στον οποίον εξυπηρετούν την εσχατολογική πραγματικότητα, την οποία η Εκκλησία προσδοκά και προγεύεται (υπ᾽ αυτήν την έννοια είναι αμφίβολο εάν ο γάμος θα μπορούσε να θεωρηθεί μυστήριο— αλλά αυτό αποτελεί το θέμα μιας άλλης εργασίας). Η πρόγευση αυτή συνίσταται ακριβώς στη εν μέρει κατάργηση των θεσμών αυτών (δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναχισμός βρίσκει τον πρόδρομό του στο πρόσωπο του Προδρόμου). 

Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur είχε παρατηρήσει πως αφηρημένες έννοιες βρίσκουν πολλές φορές καλύτερη επεξήγηση, όταν ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και αφηγήσεις. Για παράδειγμα, όταν οι Έλληνες θέλανε να μιλήσουν για τον ηρωισμό μιλούσαν για τον Αχιλλέα, τον αρχετυπικό ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, ή, όταν θέλανε να περιγράψουν την συζυγική πιστότητα, φέρναν το παράδειγμα της Πηνελόπης, κ.ο.κ. Η «φρονητική» αυτή προσέγγιση, εφάμιλλη της θεωρητικής, την οποία προτιμά η φιλοσοφία, μας επιτρέπει να δούμε στο πρόσωπο του Προδρόμου την εικόνα του προθύστατου.  
            Το επίθετο Πρόδρομος, το οποίο προτιμά η Ορθόδοξη παράδοση σε σχέση με το Βαπτιστής, δεν δηλώνει ακριβώς πως ο Ιωάννης είναι για τον Ιησού ό,τι το προθύστατο για το ύστατο; Στο Ευαγγέλιο η μορφή του αγ. Ιωάννη εισάγεται με τον στίχο του Ησαΐα: Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου (Μθ. 3:3, Ησ. 40:3)— δεν είναι εκείνος η οδός, αλλά η ετοιμασία της οδού, ο πρό-δρομος της βασιλείας, ο ερχομός της οποίας όχι μόνον επίκειται αλλά και επείγεται (ἤδη δὲ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται, Μθ. 3:10).
            Εξ αιτίας ακριβώς αυτού του ρόλου ως προ-δρόμου, ο Ιωάννης στερείται ταυτότητος: εφ᾽ εαυτού και δίχως αναφορά σ᾽ Εκείνον, στον οποίον συνεχώς παραπέμπει δεν είναι κανείς. Εξ ού και η απορία όσων δυσκολεύονται να τον εντάξουν σε ένα από τα προκατασκευασμένα σχήματα:



ὅτε ἀπέστειλαν οἱ Ἰουδαῖοι ἐξ Ἱεροσολύμων ἱερεῖς καὶ Λευίτας ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτόν· Σὺ τίς εἶ; καὶ ὡμολόγησεν καὶ οὐκ ἠρνήσατο· καὶ ὡμολόγησεν ὅτι Ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ Χριστός. καὶ ἠρώτησαν αὐτόν· Τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ ; καὶ λέγει· Οὐκ εἰμί. Ὁ προφήτης εἶ σύ; καὶ ἀπεκρίθη, Οὔ. εἶπoν οὖν αὐτῷ· Τίς εἶ; ἵνα ἀπόκρισιν δῶμεν τοῖς πέμψασιν ἡμᾶς· τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ; ἔφη· Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ... (Ιω. 1:19-29).

Διαβάστε τη συνέχεια στο ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Η Απολεσθείσα Ενότητα: Πρωτείο και Οικουμενικότητα



του Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, 
Καθηγητού Φιλοσοφίας, 
στο Amen.gr

Όταν πριν δύο χρόνια ο τότε διευθυντής του περιοδικού Νέα Ευθύνη, Δημήτρης Αγγελής, μου ζήτησε να γράψω ένα μικρό κείμενο με θέμα Προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία στον 21ο Αιώνα  (ένα τεύχος που φιλοξένησε κείμενα του Οικ. Πατριάρχου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, και άλλων κληρικών και στοχαστών) θεώρησα πως η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετώπιζε η Ορθοδοξία  στα επόμενα χρόνια θα ήταν το πρωτεύον, όπως το ονόμασα, πρόβλημα του πρώτου[1]. Η εκτίμησή μου απεδείχθη προφητική.
Η μεγαλύτερη εσωτερική πρόκληση της Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την γνώμη μου είναι η ενότητά της. Άλλες έξωθεν προκλήσεις, απαιτήσεις των καιρών είτε γεωπολιτικές είτε θεωρητικές, δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπισθούν εφ᾽ όσον η Ορθόδοξος Εκκλησία αυτο-αποδυναμώνεται παραμένοντας ένα είδος θρησκευτικής Ομοσπονδίας υποθετικά ισοτίμων Εκκλησιών οι οποίες ομονοούν όχι για να ομολογήσουν αλλά φοβούμενες αλλήλας. Δυστυχώς, εμείς οι Ορθόδοξοι, στην προσπάθειά μας να παρουσιάσουμε μια αδυναμία σε προτέρημά μας, πιστέψαμε πως, σε αντίθεση με την συγκεντρωτική  και πυραμιδοειδή δομή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, απολαμβάνουμε δήθεν μια πιό δημοκρατική (οριζοντίως δομημένη) εκκλησιολογία των κατά τόπους εθνικών Εκκλησιών. Αποφεύγουμε έτσι να ομολογήσουμε πως πίσω από αυτό το πρόσχημα κρύβεται η διάσπαση που επέφερε η άλογη ανακήρυξη αυτοκέφαλων Εκκλησιών με  μοναδικό κριτήριο, αυτό της εθνικότητος και, συνακολούθως, αυτό της γλώσσας. Το ότι πρόκειται πραγματικά περί διάσπασης φάνηκε όταν η Ορθοδοξία ταξίδεψε μαζί με τους μεταναστεύοντες λαούς στην Δυτική Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία. Εκεί, διαφορετικές εθνικές εκδοχές της Ορθοδοξίας “συν-υπάρχουν” στην ίδια πόλη, διασπώντας την ευχαριστιακή ενότητα της κοινής ομολογίας των πιστών, υπό διαφορετικούς επισκόπους, χάριν του γλωσσικού ιδιώματός τους και της εθνικής καταγωγής τους. Πρόσφατο παράδειγμα ο ιεράρχης του Πατριαρχείου Αντιοχείας Σιλουανός, ο οποίος εξελέγη υπό τον τίτλον του Μπουένος Άϊρες, καίτοι εκεί ήδη εδρεύει κανονικός επίσκοπος, ο Μητροπολίτης Μπουένος Άϊρες Ταράσιος.[2] Όταν ο πρώτος παρευρέθη ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην πρόσφατη Σύναξη των Προκαθημένων (Μάρτιος 2014),  και απαίτησε να αναγνωριστεί ως  «ο Μπουένος Άϊρες», οι αξιώσεις του εξηνάγκασαν τον προεδρεύοντα της Συνάξεως Οικουμενικό Πατριάρχη να δώση adhoc μάθημα βασικών αρχών εκκλησιολογίας.[3] 

Διαβάστε τη συνέχεια στο AMEN.GR

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

The Primacy of Constantinople




by Archimandrite Panteleimon Manousakis, 
Assistant Professor, College of the Holy Cross, Boston 

In the past we had the opportunity to discuss the need for primacy in the Church in general.[1] Our discussion demonstrated, to the best of our abilities, that such a primacy is required by the very structure of the Church’s ecclesiology and, furthermore, it is a prerequisite necessitated by the Church’s theology. It was that same theology that gave us the insight to primacy’s personal character insofar as it can be exercised only by a person. That person is, in principle, the bishop of Rome. Yet, the separation of the Catholic from the Orthodox Church meant, first and foremost, that the Orthodox Churches have been deprived from the benefits embodied in such a personal primacy. What would have been expected was that, in the absence of the Roman primacy, the ministry of that primacy ought to have been exercised by and recognized unanimously and unambiguously by the Orthodox themselves in the see next after the elder Rome in the taxis of the Pentarchy, namely the Patriarchate of Constantinople, the New Rome, and more specifically in the person of the Patriarch of Constantinople. In fact, the ancient appellation of Constantinople as New Rome would have assumed on this occasion a quasi-prophetic meaning, as it would have anticipated that this church was destined to become the Rome for the Eastern Churches in the event that the communion with the elder Rome were to be severed.
  So much seems to be suggested by the spirit of the canons which afforded Constantinople with prerogatives and privileges comparable only to those of Rome (cf., the 3rd canon of the Second Ecumenical Council and the 28th canon of the Fourth Ecumenical Council). Thus, on the authority of these two Ecumenical Councils, the Church of Constantinople was granted a unique status among the remaining Eastern Patriarchates (Alexandria, Antioch, and Jerusalem), as, for the first time, a see is given jurisdictional rights beyond the borders of its immediate locality (ὑπερορίως, ultra montes).

Διαβάστε τη συνέχεια στο AMEN.GR

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

«Ουκ έστιν θέλησις ανυπόστατος»: Πρόσωπο και Θέλησις στην Ορθόδοξη Θεολογία


του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη, Ph.D., 
Καθηγητού Φιλοσοφίας 
στο Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού, ΗΠΑ

Υπάρχουν δύο τρόποι θεολογίας, ο ένας σπάνιος και δύσκολος, ο άλλος απαντάται συχνά και είναι ανέξοδος. Κατά τον πρώτον τρόπο θεολόγησαν οι Πατέρες. Παρέλαβαν την πίστη και διατύπωσαν το νόημά της, συνέθεσαν ένα θεολογικό στοχασμό, στον καθέναν απ’αυτούς εν πολλοίς ολοκληρωμένο.

Διαβάστε το κείμενο στο amen.gr