Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή,
φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό,
προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί
τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.
Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ
συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.
Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση
μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο
μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»
Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι
μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα
συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι
κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά,
δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια
τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο
ξεχωριστά.


